Θέμα Project:        Η ιστορία της Μουσικής, αναφορά στη Ρεμπέτικη μουσική, Δημοτική μουσική και μελοποιημένη ποίηση
 
Εκπαιδευόμενοι:Κοντογιάννης Γεώργιος,Κωστάκου Βασιλική Φωτεινή,Λιάκος Απόστολος,Μπάμου Άρτεμις,Μπουρλιού Βασιλική,Νομικού Στέλλα,Παπακώστα Κωνσταντίνα 
Υπεύθυνοι Εκπαιδευτές:Ρουμελιώτη Ευσέβεια ΠΕ02,Θωμοπούλου ΧριστίναΠΕ03,Καλύβας Αντώνιος ΠΕ86
         

Πίνακας Περιεχομένων

Αρχαία Ελληνική Μουσική. 3

Μουσικά Όργανα. 6

Παραδοσιακή Μουσική. 8

Η ιστορία του Ρεμπέτικου. 16

Ποια όργανα χρησιμοποιούνται στο ρεμπέτικο τραγούδι; 18

Οι ζωές των ερμηνευτών του Ρεμπέτικου Τραγουδιού. 24

Εννοιολογική Προσέγγιση της Μελοποιημένης Ποίησης 24

Νίκος Καββαδίας 26

Νίκος Γκάτσος 28

Γιώργος Σεφέρης 31

Οδυσσέας Ελύτης 32

Μάνος Ελευθερίου. 36

Μαρία Πολυδούρη. 38

Γιάννης Ρίτσος: 42

Μίκης Θεοδωράκης 44

Θάνος Μικρούτσικος 50

Σταύρος Ξαρχάκος 53

Γιάννης Μαρκόπουλος 56

Πηγές από το Διαδίκτυο : 59

Η ποίηση δεν ανήκει σε αυτούς που τη γράφουν αλλά σε αυτούς που την έχουν ανάγκη”.

Pablo Neruda (1904-1973), νομπελίστας Χιλιανός ποιητής

Αρχαία Ελληνική Μουσική

Με την έκφραση «Ελληνική μουσική» εννοούμε συνήθως την μουσική και τα τραγούδια που δημιούργησαν και δημιουργούν Έλληνες και Ελληνίδες, επώνυμα ή ανώνυμα, ατομικά ή συλλογικά, στον ελλαδικό χώρο αλλά και εκτός αυτού.

Η ελληνική μουσική διαφοροποιείται ανάλογα με τις ιστορικές περιόδους. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε σε ποιο βαθμό η ελληνική μουσική του σήμερα σχετίζεται με παλιότερες μορφές της, υποστηρίζεται όμως από πολλούς Έλληνες και ξένους μουσικολόγους, με κυριότερο τον Σαμουέλ Μπω-Μποβύ, ότι υπάρχει μια συνεχής εξέλιξη από την αρχαία ελληνική μουσική έως και το δημοτικό τραγούδι, η οποία μαρτυρείται, εκτός από τη γλώσσα, στο ρυθμό, τη δομή και τη μελωδία.

Οι έννοιες παιδεία και μουσική είναι περίπου ταυτόσημες ή, τουλάχιστον, η έννοια Μουσική είναι υπάλληλη της έννοιας Παιδεία. Από τις δύο αυτές πανάρχαιες λέξεις, η λέξη παιδεία εκ του παις ? παιδός ? έχει διατηρήσει έως σήμερα αναλλοίωτο το σημασιολογικό της περιεχόμενο, σήμαινε δηλαδή και σημαίνει πάντοτε τη διαδικασία αλλά και το αποτέλεσμα της εκπαίδευσης. Ο ηθοπλαστικός χαρακτήρας της μουσικής υπογραμμίζεται στην αρχαιότητα από την θεωρία του ήθους, η οποία έπαιζε σημαντικό ρόλο στην δια της Μουσικής εκπαίδευση των νέων στην αρχαία Ελλάδα. Ήθος στη μουσική σήμαινε τον ηθικό χαρακτήρα, που μπορεί να εμπνεύσει στην ψυχή η Μουσική. Στην Ελληνική γλώσσα η έννοια Μουσική ετυμολογικά προέρχεται από την έννοια Μούσα. Η έννοια Μούσα προέρχεται από την αρχαιοελληνική ρίζα «μω», η οποία σημαίνει «ερευνώ, ζητώ να μάθω σε βάθος». Κατά μερικούς άλλους, από τη ρίζα «μας» ή «μους» που σημαίνει «γενιά, παραγωγή, ανάπτυξη έξω από μια αρχή, μύηση». Η Μουσική όπως την εννοούσαν οι αρχαίοι Έλληνες, είναι η επιστήμη των αρμονικών σχέσεων του σύμπαντος που βασίζεται σε σταθερές αρχές που τίποτα δεν μπορεί να τις αλλάξει καθώς και η γνώση της τάξης όλων των πραγμάτων. Η Μουσική για τους αρχαίους δεν ήταν απλά η τέχνη του συνδυασμού τόνων ή το ταλέντο της αναπαραγωγής τους με έναν ευχάριστο για το ανθρώπινο αυτί τρόπο. Αυτή είναι μόνο η πρακτική της πλευρά από την οποία απορρέουν οι εφήμερες μορφές της Μουσικής σήμερα. Ήταν νόηση, διάνοια, πνευματική καλλιέργεια και γνώση. «Οι Έλληνες δια του λόγου τραγουδούσαν και δια του τραγουδιού ομιλούσαν». Η Μουσική είναι η επιστήμη που για να γίνει κατανοητή από την ανθρώπινη διάνοια χρησιμοποιεί στο εξωτερικό επίπεδο δύο βασικά δομικά στοιχεία, τον ήχο και το χρόνο, θεωρώντας το ένα σαν ύλη και το άλλο σαν ρυθμιστή της μορφής που την προσδιορίζει και ως τέχνη. Σύμφωνα με τον Πυθαγόρα οι επιστήμες ήταν τρεις. Φιλοσοφία, Αστρονομία και Μουσική, και η υστάτη των επιστημών αυτών ήταν η Μουσική, όλες οι υπόλοιπες επιστήμες θεωρούνταν «τέχνες». Σήμερα συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Η μουσική θεωρείται «τέχνη» και οι υπόλοιπες «επιστήμες». Η έννοια Μούσα και Μουσική εκφράζανε έναν τρόπο ύπαρξης και ζωής. Έναν τρόπο αυτογνωσίας, αυτοπραγμάτωσης, βελτίωσης και εξέλιξης του ανθρώπου και της κοινωνίας γενικότερα. Σήμερα, ο όρος Μούσα χρησιμοποιείται συχνά για να δείξει ότι κάποια νέα εμπνέει κάποιον άνδρα. Οι Μούσες ήταν θυγατέρες του Δία-Ζευ (δηλαδή της αιώνιας ζώσης θείας πνευματικής οντότητας), και της Μνημοσύνης, δηλαδή της ιδιότητας διατήρησης τους στην μνήμη των ανθρώπων, άρα αιώνιες διαχρονικές αξίες. Συνεπώς μια μουσική είναι μουσική μόνο όταν έχει ως αποτέλεσμα την πνευματική καλλιέργεια, τον εξευγενισμό και τη διατήρηση στην μνήμη άρα την Α-λήθεια και χωρίς την ζεύξη με την πνευματικότητα και την διατήρηση στην μνήμη καμιά μουσική δεν υφίσταται. Οι μούσες στην αρχαία ελληνική μυθολογία είναι εννέα αρχαίες θεές. Τα ονόματά τους είναι:

Καλλιόπη (επική ποίηση)

Ευτέρπη (μουσική)

Κλειώ (ιστορία)

Ερατώ (λυρική ποίηση)

Μελπομένη (τραγωδία)

Πολυμνία (Πολύμνια) (ιερή ποίηση)

Τερψιχόρη (χορός)

Θάλεια (κωμωδία)

Ουρανία (αστρονομία)

μουσική

Ο Παυσανίας υποστηρίζει ότι υπήρχαν δύο γενιές Μουσών, όπου στην πρώτη γενιά ήταν 3 και ήταν κόρες του Ουρανού και της Γαίας, και στη δεύτερη, ήταν 9 και ήταν κόρες του Δία και της Μνημοσύνης. (Ελλάδος Περιήγησις, 9, 29, 1).

Οι αρχαιότερες Ελικωνιάδες Μούσες ήταν οι εξής:

? Μνήμη (μνήμη)

? Μελέτη (μελέτη)

? Αοιδή (τραγούδι)

Η ποιητική τέχνη χρειάζεται και τις τρεις αυτές Μούσες, χρειάζεται τον συνδυασμό του τραγουδιού, της μνήμης και της μελέτης.

Μουσικά Όργανα

 Πληροφορίες για τα όργανα που χρησιμοποιούσαν οι Αρχαίοι Έλληνες για την ψυχαγωγία τους αντλούμε από ποικίλες πηγές όπως για παράδειγμα αγγειογραφίες, αγάλματα, ανάγλυφα, ψηφιδωτά κ.λ.π αλλά και από συγγραφείς της εποχής όπως ο Αριστόξενος και ο Κλεωνίδης. Μέσα από αυτές τις πηγές μπορούμε να συμπεράνουμε πολλά για τη μουσική παιδεία των Αρχαίων Ελλήνων . Εξετάζοντας τα μουσικά όργανα στην αρχαία Ελλάδα, μπορούμε να τα χωρίσουμε σε 3 κύριες κατηγορίες: τα χορδόφωνα, τα αερόφωνα και τα κρουστά.

ΧΟΡΔΟΦΩΝΑ

Υπήρχαν τρεις κατηγορίες: οι λύρες – κιθάρες, τα τρίγωνα – άρπες και οι πανδουρίδες (σε μορφή ταμπουρά). Όλα τα έγχορδα ήταν νηκτά δηλαδή παίζονταν τσιμπώντας τις χορδές. Έγχορδα με δοξάρι δεν μαρτυρούνται καθόλου.

 Έγχορδα

Λύρα

Κιθάρα

Βάρβιτος

Φόρμιγ.

ΑΕΡΟΦΩΝΑ

Χωρίζονται σε δύο βασικές κατηγορίες: αυλοί (με γλωσσίδι) και σύριγγες (χωρίς γλωσσίδι). Σπανιότερα χρησιμοποιούνται και άλλα πνευστά όπως η σάλπιγξ, το κογχύλι και η ύδραυλις.

ΚΡΟΥΣΤΑ

Έχουν συνοδευτικό χαρακτήρα, κυρίως, για να τονίζουν το ρυθμό, είτε να διαμορφώνουν μια ηχητική ατμόσφαιρα. Χρησιμοποιούνται περισσότερο στις οργιαστικές λατρείες της Κυβέλης και του Διονύσου. Μερικά από αυτά είναι..

Τα Κρόταλα, τα Κύμβαλα, τα Σείστρα, το Τύμπανο κ.α.μνήμη, και μετά μελέτη (άσκηση).

Τύμπανο: Χρησιμοποιούνταν κυρίως από γυναίκες και συνήθως σε οργιαστικές λατρείες. Δεν ήταν καθαρά μουσικό όργανο γιατί κατά κύριο λόγο χρησιμοποιούνταν σε λατρευτικές εκδηλώσεις και όχι με σκοπό την ψυχαγωγία.

Κρόταλα: Όργανα τα οποία κρατούνταν από γυναίκες για να διατηρούν τoν ρυθμό των χορευτών και είναι αντίστοιχα με τις σημερινές καστανιέτες.

Κύμβαλα: Η χρήση τους ήταν συγκεκριμένη αφού χρησιμοποιούνταν κυρίως στις διονυσιακές τελετές. Πρόκειται για όργανα κατασκευασμένα από μέταλλο και ασιατικής προέλευσης.

Σείστρο: Κρουστό με οξύ ήχο που συνόδευε ρυθμικά τους χορευτές

Πνευστά

Αυλός

Σύριγξ

Ύδραυλις

Παραδοσιακή Μουσική

Η ελληνική παραδοσιακή μουσική ή αλλιώς «δημοτική μουσική» όπως συνηθίζεται να λέγεται, περιλαμβάνει όλα τα τραγούδια, σκοπούς και ρυθμούς των ελλαδικών περιοχών. Πρόκειται για συνθέσεις που στην συντριπτική πλειοψηφία τους είναι άγνωστοι οι δημιουργοί τους, έχουν ζωή περισσότερο από έναν αιώνα ενώ οι ρίζες τους ανάγονται στην βυζαντινή περίοδο και την αρχαιότητα. Δεν πρόκειται για ένα είδος αλλά πολλά, που χαρακτηρίζονται συνήθως από την περιοχή στην οποία παίζονται ή από την οποία κατάγονται (νησιώτικα, ηπειρώτικα, ποντιακά) και συχνά συγγενεύουν με τη μουσική των όμορων λαών. Εκτός από τις περιοχές, τα παραδοσιακά τραγούδια και σκοποί μπορούν να ταξινομηθούν με βάση το περιεχόμενό τους και την περίσταση στην οποία παίζονται όπως, αποκριάτικα, του γάμου, της ξενιτιάς ή τα μουσικά, ρυθμικά, δομικά τους χαρακτηριστικά (στροφικά, επτασύλλαβα, καρσιλαμάδες). Επίσης ξεχωριστό κομμάτι της παραδοσιακής 15 Βυζαντινή Μουσική ονομάζεται η μουσική της περιόδου της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ( μ.Χ.) καθώς και η μουσική της μετέπειτα περιόδου όταν αυτή ακολουθεί το μουσικό σύστημα που καθιερώθηκε την εποχή του Βυζαντίου.

Σήμερα χρησιμοποιείται ευρέως στις ακολουθίες της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η σύγχρονη όμως εκκλησιαστική μουσική σε ένα μεγάλο μέρος της είναι δημιουργημένη μετά την βυζαντινή περίοδο, δεδομένου όμως ότι ακολουθεί την παράδοση, το σύστημα και το τυπικό της βυζαντινής περιόδου ονομάζεται έως σήμερα Βυζαντινή Μουσική. Προέρχεται κυρίως από την αρχαία Ελληνική μουσική αλλά και από την Συριακή και Εβραϊκή θρησκευτική μουσική παράδοση. Διακρίνονται 3 εποχές: παλαιού, μέσου και νέου Η ποίηση γενικά διακρίνεται σε προσωπική και απρόσωπη.

Δημοτικό Τραγούδι

Βασικά χαρακτηριστικά :

Το δημοτικό τραγούδι δεν είναι δημιούργημα ενός ατόμου, αλλά πλάθεται από τον ίδιο το λαό. Αυτοσχέδιοι στιχουργοί συνέθεταν τραγούδια που στη συνέχεια διαδίδονταν προφορικά. Γι?αυτό τα δημοτικά τραγούδια διασώζονται σε πολλές διαφορετικές παραλλαγές ανάλογα με τον τόπο, διαφορετικές δηλαδή μορφές του ίδιου τραγουδιού. Το δημοτικό τραγούδι αποτελεί μια διαχρονική παρουσία, δεν μπορεί να ενταχθεί σε μια συγκεκριμένη περίοδο της ιστορίας της λογοτεχνίας και συνδέεται με τη μουσική και το χορό.

Τα χαρακτηριστικά του δημοτικού τραγουδιού

1. Η ανωνυμία του δημιουργού. Ο δημιουργός και συνθέτης του δημοτικού τραγουδιού παραμένει άγνωστος.

2. Η απροσδιοριστία του ακριβούς τόπου προέλευσης. Μπορεί να είναι γνωστός ο τόπος αναφοράς, όχι όμως ο ακριβής τόπος σύνθεσης.

3. Η απροσδιοριστία του ακριβούς χρόνου σύνθεσης. Μπορεί να είναι γνωστός ο χρόνος αναφοράς όχι όμως ο ακριβής χρόνος σύνθεσης.

4. Η λαϊκή έκφραση ακολουθώντας τοπικά ιδιώματα. Το δημοτικό τραγούδι αποδίδεται πάντα με το χρονικά τοπικό γλωσσικό ιδίωμα.

5. Ο λαϊκός ψυχισμός, όπως αυτός εκδηλώνεται στη ζωή.

6. Οι παρατηρούμενες παραλλαγές. Όσες περισσότερες παραλλαγές παρατηρούνται τόσο περισσότερο φέρεται καταξιωμένο.

7. Η απόδοση σε τραγούδι και όχι ποίημα. Το δημοτικό τραγούδι δεν απαγγέλλεται.

8. Το ζωντανό ύφος και η ρεαλιστική περιγραφή.

Τεχνικά χαρακτηριστικά

1. Μέτρο ιαμβικό, στίχος δεκαπεντασύλλαβος που χωρίζεται σε δύο ημιστίχια (8+7 συλλαβές).Στο ιαμβικό μέτρο χωρίζουμε ανά δύο συλλαβές από τις οποίες τονίζεται η δεύτερη.

π.χ.

Σαρά-ντα πέ- ντε μά- στοροι- \κι εξή-ντα μα-θητά-δες ?Ο στίχος είναι ιαμβικός (λόγω μέτρου), δεκαπεντασύλλαβος (λόγω αριθμού συλλαβών), παροξύτονος (ο τόνος της τελευταίας λέξης στην παραλήγουσα) και χωρισμένος σε δύο ημιστίχια.

2. Έλλειψη ομοιοκαταληξίας

3. Η αρχή της ισομετρίας. Κάθε στίχος εκφράζει ένα πλήρες και ολοκληρωμένο νόημα.

4. Επανάληψη του α΄ ημιστιχίου στο β΄.

Π.χ. εδώ είσαι σκλάβα του πασά ,σκλάβα των Αρβανίτων.

5. Γλώσσα ζωντανή και παραστατική, λόγος λιτός και πυκνός, κυριαρχία ρήματος και ουσιαστικού.

6. Ο νόμος των τριών. Αναφέρονται τρία πράγματα-πρόσωπα- έννοιες από τα οποία συνήθως δίδεται έμφαση στο τρίτο.

7. Τα άστοχα ερωτήματα(προωθούν την εξέλιξη της ποιητικής αφήγησης και κορυφώνουν την ποιητική ένταση). Στη συγκεκριμένη τεχνική διαπλέκονται 4 στίχοι

στ.1 Αναφέρεται αόριστα ένα γεγονός που δημιουργεί τα ερωτήματα ? απορίες που ακολουθούν

στ.2διατυπώνει την απορία με τη μορφή άστοχου ερωτήματος

στ.3 Αίρεται, παύει να ισχύει το ερώτημα που διατυπώθηκε πριν

στ.4 Δίνεται τελικά η λύση στο ερώτημα-απορία

π.χ

Αχός βαρύς ακούγεται, πολλά τουφέκια πέφτουν

Μήνα σε γάμο ρίχνονται, μήνα σε χαροκόπι;

Ουδέ σε γάμο ρίχνονται, ουδέ σε χαροκόπι

Η Δέσπω κάνει πόλεμο με νύφες και μ?αγγόνια.

8. Σταθεροί εκφραστικοί τρόποι (μοτίβα). Στίχοι ή φράσεις που επαναλαμβάνονται σε πολλά δημοτικά τραγούδια

9. Παμψυχισμός (Τα άψυχα συμπεριφέρονται ως ανθρώπινες οντότητες- μπορεί να αναφερθεί και ως προσωποποίηση)

10. Συμβατικά πρόσωπα (τα πουλιά λειτουργούν ως μαντατοφόροι). Πρόσωπα που έχουν συγκεκριμένο ρόλο.

11. Σχήματα λόγου (υπερβολές, αντιθέσεις, προσωποποιήσεις, μεταφορές, επαναλήψεις)

12. Χρήση συμβολικών αριθμών, συνήθως το τρία και τα πολλαπλάσιά του ή το επτά

Στην προσωπική ποίηση ανήκουν όλα τα ποιητικά κείμενα που έχουν γραφεί από γνωστούς δόκιμους ποιητές (π.χ. Κάλβος, Σολωμός, Παλαμάς, Καβάφης, Σικελιανός, Σεφέρης, Ελύτης κ.ά.).

Στη λεγόμενη απρόσωπη ποίηση ανήκουν όλα τα ποιητικά κείμενα για τα οποία δεχόμαστε καταρχήν ότι δημιουργός τους είναι ο λαός. Τα ποιητικά κείμενα αυτής της κατηγορίας, που ο αρχικός τους δημιουργός παραμένει άγνωστος και ανώνυμος και τα αποδίδουμε στη λαϊκή ποιητική δημιουργία, τα ονομάζουμε, γενικά, δημοτικά τραγούδια. Ένα δημοτικό τραγούδι (π.χ. ένα μοιρολόι ή ένα κλέφτικο) είναι δυνατό να μας έχει παραδοθεί σε διάφορες μορφές. Έτσι, πολλά δημοτικά τραγούδια μπορεί να έχουν το ίδιο θέμα ή να αναφέρονται στο ίδιο πρόσωπο, αλλά να παρουσιάζονται με διαφορετικές μορφές. Αυτές τις διαφορετικές μορφές τις ονομάζουμε παραλλαγές.

Κατηγορίες δημοτικών τραγουδιών      

Τα δημοτικά τραγούδια μπορούμε να τα χωρίσουμε σε τρεις μεγάλες κατηγορίες:

α) στην πρώτη κατηγορία κατατάσσουμε όλα τα δημοτικά τραγούδια που αναφέρονται γενικά στο λεγόμενο δημόσιο βίο (π.χ. ακριτικά, κλέφτικα, θρήνοι για την άλωση πόλεων κτλ.)

β) στη δεύτερη κατηγορία κατατάσσουμε όσα δημοτικά τραγούδια αναφέρονται σε εκδηλώσεις και συνήθειες του ιδιωτικού βίου (π.χ. της ξενιτιάς, μοιρολόγια, νανουρίσματα, της αγάπης κτλ.)

γ) στην τρίτη κατηγορία εντάσσονται οι λεγόμενες παραλογές, που αποτελούν από μόνες τους μιαν ιδιότυπη και ξεχωριστή μορφή δημοτικώνμέλους μουσικής θεωρείτε η Κρητική μουσική. Τα δημοτικά τραγούδια χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: τα λυρικά και τα διηγηματικά.

Κάποιες από τις ομάδες των λυρικών είναι: Ιστορικά, Θρησκευτικά, Γνωμικά, Κλέφτικα, Μοιρολόγια, Της ξενιτιάς, της αγάπης, Νανουρίσματα.

? Ιστορικά: αναφέρονται σε ιστορικά γεγονότα γενικού ενδιαφέροντος για το έθνος ή εγκωμιάζουν και εκφράζουν το θαυμασμό ενός προσώπου ή μιας οικογένειας, ενός τόπου και των ανθρώπων του.

? Γνωμικά: προτρέπουν, συμβουλεύουν κααι δίνουν μια κοσμοαντίληψη του λαού. Στα γνωμικά εκφράζονται λαϊκές θέσεις για το θάνατο, την αξία της ζωής, την οικογενειακή αγάπη κ.α.

? Κλέφτικα: ηρωικά τραγούδια που γεννήθηκαν στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και έχουν για θέμα τους τη ζωή, τα κατορθώματα και τις άλλες αρετές των κλεφτών και των αρματολών.

? Της ξενιτιάς: έχουν για θέμα τους τα βάσανα και τις ανάγκες της ζωής που επιβάλλουν το ξερίζωμα από την πατρική γη, καθώς και την αδυναμία προσαρμογής στον ξένο τόπο. Σ? αυτά τα τραγούδια ακατάβλητη είναι η ελπίδα της επιστροφής. Ο πόνος της ξενιτιάς είναι βαρύς· βαρύτερος τότε, αν υπολογιστούν οι δυσκολίες της μετακίνησης στα παλιότερα χρόνια και η διάλυση πολλών σχέσεων. Γι? αυτό κι ο τόνος των τραγουδιών αυτών είναι τόνος θανάτου.

? Νανουρίσματα: συνθέτονται αποκλειστικά από γυναίκες, όταν χορεύουν στην αγκαλιά τους τα παιδιά ή τ? αποκοιμίζουν στην κούνια τους. Δε συνοδεύονται από μουσικά όργανα.

Στα διηγηματικά, ανάλογα με το θέμα τους έχουμε τις εξής ομάδες: ακριτικά, παραλογές.

? Ακριτικά: λέγονται τα τραγούδια που αφηγούνται τους άθλους, τις περιπέτειες και τη γενναιότητα των ακριτών του Βυζαντίου. Τα περισσότερα ακριτικά αναφέρονται στο Διγενή, στις ανδραγαθίες, τους έρωτες και το θάνατό του.

? Παραλογές: Οι παραλογές αποτελούν μια ιδιαίτερη κατηγορία δημοτικών τραγουδιών. Έχουν όλα τα γνωρίσματα που διακρίνουν γενικά τη δημοτική ποίηση. Παράλληλα, όμως, παρουσιάζουν και ορισμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, με τα οποία ξεχωρίζουν από τις άλλες κατηγορίες δημοτικών τραγουδιών. Συγκεκριμένα, οι παραλογές, ως ιδιαίτερη κατηγορία δημοτικών τραγουδιών παρουσιάζουν τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

α) Είναι συνήθως πολύστιχα ποιήματα με αφηγηματικό και επικολυρικό χαρακτήρα. Από την άποψη αυτή, πλησιάζουν κάπως και συγγενεύουν με τα ακριτικά τραγούδια. Ορισμένες μάλιστα φορές, δεν είναι και τόσο ευδιάκριτα τα όρια μεταξύ των παραλογών και των ακριτικών τραγουδιών.

β) Ως αφηγηματικά τραγούδια αναπτύσσουν ένα μύθο (=μια υπόθεση, μια ιστορία) που εξελίσσεται σταδιακά και έχει όλα τα γνωρίσματα και τα στοιχεία της αφηγηματικής ποιητικής γραφής: αρχή και δέση του μύθου, σταδιακή εξέλιξη και κορύφωση και, τέλος, λύση.

γ) Αντλούν το περιεχόμενό τους από αρχαίους ελληνικούς μύθους, από νεότερες παραδόσεις, από διάφορα δραματικού χαρακτήρα κοινωνικά περιστατικά, από την ιστορική μνήμη, ή έχουν υπόθεση εντελώς πλαστή.

δ) Παρουσιάζουν έντονα παραμυθιακά και εξωλογικά στοιχεία, δηλαδή στοιχεία που η λογική μας δεν τα δέχεται ως πραγματικά και φυσικά.

ε) Παρουσιάζουν το χαρακτηριστικό της αφηγηματικής πυκνότητας στην πλοκή του μύθου, με αποτέλεσμα να διακρίνονται από έναν γρήγορο και γοργό ρυθμό στην όλη ροή και εξέλιξη του μύθου.

στ) Διαφέρουν ριζικά από άλλα αφηγηματικά τραγούδια, γιατί η υπόθεσή τους παρουσιάζει στοιχεία έντονης δραματικότητας.

Όλα αυτά τα στοιχεία και τα χαρακτηριστικά μπορεί κανείς εύκολα να τα διαπιστώσει και να τα επισημάνει στις δύο καλύτερες παραλογές: «Του Νεκρού αδελφού» και «Του γεφυριού της Άρτας».

.

Με τον όρο αρχαία ελληνική μουσική ονομάζουμε ολόκληρο τον μουσικό πολιτισμό που συνοδεύει την αρχαία ελληνική ιστορία και μελετάται κυρίως από τον 8ο αιώνα π.Χ. και εξής καθώς πριν από την εποχή αυτή, τα στοιχεία που υπάρχουν είναι ελάχιστα και περιορίζονται περιληπτικά στα παρακάτω:

Κυκλαδικός πολιτισμός (τέλη της 3ης χιλιετίας π.Χ.): Βρέθηκαν μουσικές παραστάσεις που απεικονίζουν άρπα και δίαυλο του 2800 π.Χ.

Μινωικός πολιτισμός (μέσα της 2ης χιλιετίας π.Χ.): Βρέθηκαν μουσικές παραστάσεις που απεικονίζουν μουσικούς με λύρα και δίαυλο.

Μυκηναϊκός πολιτισμός (μέσα της 2ης χιλιετίας π.Χ.): Βρέθηκαν μουσικές παραστάσεις που απεικονίζουν μουσικούς με λύρα και δίαυλο καθώς και άλλα όργανα από πολιτισμούς της Μεσοποταμίας και της Ασίας

Η ιστορία του Ρεμπέτικου

Οι «αψιμαχίες» ξεκίνησαν τα τέλη του 19ου αιώνα στην Αθήνα, με πρώτους πολέμιους τους ευρωπαιοτραφείς λόγιους και μουσικούς που πίστευαν ότι το μέλλον της πατρίδας μας ανήκε στη Δύση. Σε αυτούς προστέθηκαν αργότερα και οι πολιτικές και πνευματικές ηγεσίες των αντιπαρατιθέμενων ιδεολογιών στη χώρα μας.

Υπερασπιστές από την άλλη πλευρά ήταν οι ίδιοι οι δημιουργοί και οι ερμηνευτές του ρεμπέτικου, και κοντά σε αυτούς πολύ μεγάλο μέρος του ανά τον κόσμο ελληνισμού, ανεξαρτήτως κοινωνικής τάξεως.

  1. Ότι ήταν κατάλοιπο της μακροχρόνιας τουρκικής σκλαβιάς, επομένως αντεθνικό και απεχθές.

Αυτό ήταν το κύριο επιχείρημα ως το 1922, χρονιά της Μικρασιατικής Καταστροφής και του περιορισμού των Ελλήνων στον σημερινό μικρό γεωγραφικό τους χώρο.

Η καταστροφή της Σμύρνης

  • Μετά το 1922 και την  κατακόρυφη αύξηση των τραγουδιών που σχετίζονταν με τα νέα κοινωνικά προβλήματα που δημιούργησαν η προσφυγιά, η φτώχεια και οι κοινωνικές αδικίες (ψυχοτρόπες ουσίες, φυλακίσεις, αναζήτηση καλύτερης τύχης και επιβίωσης με οποιοδήποτε μέσο), προστέθηκαν τα επιχειρήματα «περί υποκόσμου».

Σε κάθε φάση αυτού του πολέμου το ρεμπέτικο απαντούσε με το μόνο όπλο που διέθετε: τη δημιουργία.

Στα τέλη του 19ου αιώνα αρκετοί μουσικοί με σπουδές σε ωδεία της Ελλάδας και της Ευρώπης παρακολουθούσαν με μελαγχολία τη μεγάλη επιτυχία και τη λαϊκή αποδοχή των εξ Ανατολής κομπανιών. Ήταν το ξεκίνημα των καφέ σαντούρ, των καφέ αμάν ή των ωδικών καφενείων στην Αθήνα, στον Πειραιά και σε άλλα αστικά κέντρα. Η επιτυχία αυτή φάνηκε να υποχωρεί στις αρχές του 20ού αιώνα, ιδιαίτερα μετά την άνοδο της αθηναϊκής επιθεώρησης που εμφανίστηκε το 1907.

Στις επιθεωρήσεις αυτές πολλοί μουσικοί ευρωπαϊκής παιδείας συνέθεταν νέες μουσικές ή διασκεύαζαν διεθνείς επιτυχίες, προσαρμόζοντάς τες στις ανάγκες της παράστασης. Η μεγάλη αποδοχή των επιθεωρήσεων «φούσκωσε» τα μυαλά πολλών από τους μουσικούς αυτούς, που άρχισαν έναν πόλεμο κατά του «απεχθούς αμανέ» με μια σειρά άρθρων στην εφημερίδα «Αι Αθήναι» το 1911

Εδώ θα πρέπει να επισημανθούν μερικά βασικά γεγονότα που προηγήθηκαν ή λειτούργησαν παράλληλα.

Ήδη από την εποχή του κωμειδυλλίου ?που προηγήθηκε της επιθεώρησης? εξαίρετοι εκπρόσωποί του έγραψαν τραγούδια γύρω από τη ζωή και τα προβλήματα των λαϊκών τάξεων. Ομοίως, σημαντικοί λογοτέχνες συμπεριέλαβαν στα διηγήματά τους παρόμοια θέματα. Ο ίδιος ο Θεόφραστος Σακελλαρίδης, «ορκισμένος εχθρός» των ανατολίτικων μελωδιών, συμπεριέλαβε στις αρχές του 20ού αιώνα, στη μουσική του για τις «Εκκλησιάζουσες» της Νέας Σκηνής του Κων/νου Χρηστομάνου, ένα «αμανετζίδικο» τραγούδι και έναν ζεϊμπέκικο χορό

Στην Πόλη και στη Σμύρνη αρχίζουν, την ίδια εποχή, οι πρώτες ηχογραφήσεις ελληνικών τραγουδιών, με προτεραιότητα στα λαϊκά τραγούδια των περιοχών αυτών, τα οποία οι Μικρασιάτες Έλληνες θεωρούσαν ως τα «πρώιμα» ρεμπέτικα. Και αφού ηχογραφούνται κυριαρχούν στα μηχανήματα αναπαραγωγής ?γραμμόφωνα, μουσικά κουτιά, λατέρνες? και μεταφέρονται ευκολότερα στην κυρίως Ελλάδα.

Σε κατάσταση «πανικού» μπροστά στη νέα προοπτική της επικράτησης και της αποδοχής των «σκοτεινών» αυτών τύπων, του ρεμπέτη ή του μάγκα,  ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου δημοσιεύει το 1917 στην εφημερίδα «Εμπρός» διακήρυξη κατά του αμανέ, προτείνοντας, μεταξύ άλλων διώξεων, ακόμη και τη φορολόγηση του κύριου μουσικού οργάνου, που ήταν το σαντούρι.

Μια εκδοχή είναι ότι ο «ρεμπέτης» προέρχεται από την ιταλική λέξη «rebelo», που σημαίνει επαναστάτης, μια άλλη εκδοχή είναι ότι προέρχεται από το αρχαίο ρήμα «ρέμβομαι» και το μεσαιωνικό «ρέμπομαι» που το συναντούμε και στον Ερωτόκριτο του Βιτζέντζου Κορνάρου και σημαίνει γυρίζω, ρεμβάζω, περηφανεύομαι, ενώ μια ερμηνεία σύμφωνα με το Σμυρνιό συγγραφέα Σωκράτη Προκοπίου, είναι ότι ο «ρεΜεγάλοι μουσικοί, όπως οι Μάνος Χατζιδάκις, Μίκης Θεοδωράκης και Νίκος Μαμαγκάκης, έγραψαν-με βάση το ρεμπέτικο-τραγούδια, που δεν είχαν καμία σχέση με το περιθώριο και συνέβαλλαν με τον τρόπο αυτό στην απαλλαγή του ρεμπέτικου από την έννοια του περιθωριακού τραγουδιού και τη μουσική «νομιμοποίησή» του, πράγμα για το οποίο αν και πάσχιζαν από καιρό οι Μάρκος Βαμβακάρης, Απόστολος Χατζηχρήστος, Βασίλης Τσιτσάνης, Μανώλης Χιώτης κ.ά., δεν το είχαν κατορθώσει.μπέτης» είναι ο αλήτης, ο άνθρωπος κατώτερης τάξης. Οι χοροί που χορεύονταν τα ρεμπέτικα και εξακολουθούν να υπάρχουν από εκείνη την εποχή είναι τρεις: ο χασάπικος, ο ζεϊμπέκικος και το τσιφτετέλι.

Ρεμπέτικο τραγούδι (ή γενικά στον πληθυντικό Ρεμπέτικα) ονομάζεται το ελληνικό αστικό λαϊκό τραγούδι που εμφανίστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα και απέκτησε τη γνώριμη μορφή του, περίπου μέχρι την τρίτη δεκαετία του 20ού αιώνα. Εξελίχθηκε στα λιμάνια πόλεων όπου ζούσε η εργατική τάξη (τον Πειραιά, τη Θεσσαλονίκη, την Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη) και στη συνέχεια πέρασε και σε άλλα αστικά κέντρα. Αναπτύχθηκε μετά το 1922 με την άφιξη των Μικρασιατών στην Ελλάδα. Πλέον, ανήκει επίσημα στον κατάλογο μνημείων άϋλης πολιτιστικής κληρονομιάς της Unesco.

Ποια όργανα χρησιμοποιούνται στο ρεμπέτικο τραγούδι;

Τα βασικά όργανα που συναντάμε στο ρεμπέτικο τραγούδι είναι

?        το τρίχορδο μπουζούκι

?        η κιθάρα

?        τζουράς ,ο μπαγλαμάς

Πολύ συχνά χρησιμοποιούνται επίσης το ακορντεόν, το βιολί, το πιάνο, τα κουτάλια και τα ζήλια ως κρουστά.

Σε παλαιότερες ηχογραφήσεις έχουμε ακούσει και τα λεγόμενα σαντουροβιόλια (σαντούρι και βιολί), αλλά και κανονάκι και ούτι.

Πολύ συχνά στα ρεμπέτικα τραγούδια ακούγεται ένας ήχος σαν γυαλί. Πρόκειται για τον ήχο που παράγεται από το χτύπημα ενός κομπολογιού σε ένα ποτήρι, γνωστό και ως ποτηροκομπολόγι.

Είναι γνωστό ότι στις παρέες και στις ταβέρνες συνήθιζαν να συνοδεύουν τους μουσικούς με αυτόν τον τρόπο, συνήθεια που πέρασε και σε κάποιες ηχογραφήσεις. Στις ταβέρνες του Γυθείου, μάλιστα, μέχρι τη δεκαετία του 1980 προς ενίσχυση του ήχου ενός μπουζουκιού οι θαμώνες χρησιμοποιούσαν μεταλλικές ή γυάλινες κανάτες που έβαζαν μέσα μαχαιροπήρουνα, τις οποίες και ανακινούσαν ρυθμικά.

ΜΠΑΓΛΑΜΑΣ

Ο μπαγλαμάς αποτελεί ένα παραδοσιακό μουσικό όργανο της χώρας μας, στην οποία έφθασε στις αρχές της δεκαετίας του 1910 από μικρασιάτες μετανάστες. Σχεδόν άμεσα έγινε το βασικό όργανο συνοδείας για το μπουζούκι σε ρεμπέτικα σχήματα, ένα μουσικό είδος που εξελίχθηκε σε ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες για τους Έλληνες.

Ο μπαγλαμάςαποτελεί μία μικρότερη εκδοχή του μπουζουκιού, με ήχο μία οκτάβα ψηλότερα και διπλές χορδές. Το μικρό του μέγεθος το έκανε ιδιαίτερα αγαπητό ανάμεσα σε μουσικούς που θέλουν να έχουν ένα μουσικό όργανο πάντα μαζί τους. Όντας τόσο μικρό ώστε να μπορεί κάποιος να το κρύψει μέσα σε ένα παλτό, υπήρξε ο ιδανικός σύντροφος πολλών μουσικών κατά τα χρόνια που το ρεμπέτικο ήταν απαγορευμένο στην Ελλάδα και η αστυνομία κατέστρεφε μπαγλαμάδες κατά μεσής του δρόμου όταν τους ανακάλυπταν.

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΙΘΑΡΑΣ

Η Ιστορία της Κιθάρας ξεκινά τον 15ο αιώνα, με την πρώτη «σύγχρονου τύπου» Κιθάρα να συναντάται στην Ισπανία. Οι πρώτες κιθάρες ήταν μικρού μεγέθους και αρχικά είχαν τέσσερα ζεύγη χορδών. Η ισπανική κιθάρα (ή Κλασσική κιθάρα) είναι καμπυλωτή στο σώμα και χρησιμοποιεί την κοιλότητα του σώματος για την ενίσχυση του ήχου. Αρχικά, χρησιμοποιούνταν χορδές από έντερα αγελάδας, αργότερα νεύρα διάφορων ζώων, οι οποίες αργότερα αντικαταστάθηκαν από νάιλον και ατσάλινες χορδές που χρησιμοποιούνται και σήμερα. Το 16ο αιώνα, οι κιθάρες έγιναν όργανα με πέντε ζεύγη χορδών.

Η εξάχορδη κιθάρα έκανε την εμφάνισή της στα μέσα του 18ου αιώνα και είχε έξι μονές χορδές αντί για ζεύγη χορδών, σε αντίθεση με τους προκάτοχούς της (τετράχορδα και πεντάχορδα μουσικά όργανα). Στην Ιστορία της κιθάρας δεν υπάρχει ακριβής ημερομηνία εμφάνισης της κιθάρας, ωστόσο ήταν μία από τις σημαντικότερες εξελίξεις. Το 1850-1892 ο κατασκευαστής κιθάρων Manual Torres ανέπτυξε το μουσικό όργανο στη μορφή που το γνωρίζουμε σήμερα, με μεγαλύτερο και πιο ηχηρό σώμα (ηχείο). Κατά το 19ο αιώνα η κιθάρα, όπως την συναντάμε σήμερα, αναπτύχθηκε και βελτιώθηκε στο σχήμα και στα μηχανικά κλειδιά.

Επίσης, εμφανίστηκαν και άλλες ποικιλίες όπως η δωδεκάχορδη κιθάρα, η χαβανέζικη κιθάρα και η ακουστική κιθάρα.

Η εξέλιξη της κιθάρας συνεχίζεται κατά τη δεκαετία του 1930 με την εμφάνιση της ηλεκτρικής κιθάρας, ένα είδος κιθάρας που χρησιμοποιεί τον ηλεκτρισμό για να παράγει ενισχυμένο ήχο. Η ιστορία αυτή αρχίζει με τον Λήο Φέντερ και τον ανταγωνιστή του, την εταιρεία Gibson. Στην πορεία αυτής της εξέλιξης δημιουργήθηκαν πολλοί υπότυποι κιθάρας, ο καθένας εκ των οποίων διαθέτει συγκεκριμένα τονικά, κατασκευαστικά και αισθητικά χαρακτηριστικά.

Ταξινόμηση   Νυκτό έγχορδο με αχλαδόσχημο ηχείο και μακρύ λαιμό

Τονικό Εύρος ΡΕ-ΛΑ-ΡΕ (τρίχορδα)

ΝΤΟ-ΦΑ-ΛΑ-ΡΕ (τετράχορδα)

ΜΠΟΥΖΟΥΚΙ

Το μπουζούκι είναι λαουτοειδές έγχορδο λαϊκό μουσικό όργανο, με αχλαδόσχημο αντηχείο (σκάφος) από επιμήκεις ξύλινες λουρίδες, τις ντούγιες, και μακρύ βραχίονα, το μπράτσο ή μάνικο με κλειδιά στην άκρη για το χόρδισμα (κούρδισμα), με καταγωγή από Τουρκία.

Κατά μήκος του βραχίονα υπάρχουν λεπτά μεταλλικά ελάσματα, κάθετα προς τον επιμήκη άξονα του βραχίονα, που σφηνώνονται σε μία λεπτή σχισμή και λέγονται τάστα. Τα διαστήματα ανάμεσα στα τάστα, οριοθετούν την απόσταση του ημιτονίου.

Το σύγχρονο μπουζούκι διαθέτει τρεις ή τέσσερις διπλές χορδές τις οποίες χτυπά ο μουσικός με ένα μικρό πλήκτρο την πένα. Αρχικά το μπουζούκι έφερε τρία ζεύγη μεταλλικών χορδών κουρδισμένες σε τόνους ΡΕ-ΛΑ-ΡΕ (υπάρχουν επίσης αναφορές για επτάχορδα ή και οκτάχορδα τριφωνικά μπουζούκια πάλι σε χόρδισμα ΡΕ-ΛΑ-ΡΕ, με τη διαφορά ότι η μπάσα ΡΕ και άλλοτε και η ΛΑ αποτελούνταν από 3 χορδές), ενώ αργότερα απέκτησε τέταρτο ζεύγος και κούρδισμα ΝΤΟ-ΦΑ-ΛΑ-ΡΕ (πάλι ανά ζεύγος).

Παλιότερα τα κουρδίσματα (ντουζένια) άλλαζαν ανάλογα με τον μουσικό δρόμο (μακάμ) της εκτελούμενης μελωδίας. Οι τρόποι αυτοί διατηρήθηκαν μέχρι τον μεσοπόλεμο και χάθηκαν σταδιακά, οριστικά δε με την επικράτηση του τετράχορδου. Ο όρος «ρεμπέτης» ανάγεται στην περίοδο της τουρκοκρατίας και σημαίνει αυτόν που ζει εκτός νόμου, έξω από τους κανόνες ζωής μιας κοινωνίας. Σύμφωνα με το μελετητή του ρεμπέτικου Ηλία Πετρόπουλο: «ρεμπέτης θα πει: εξεγερμένος, ατίθασος».

Ο χασάπικος (2/4) θεωρείται ότι ήταν ο χορός των χασάπηδων της Κωνσταντινούπολης, που θεωρούνταν ιδιαίτερα άγριοι. Χορευόταν από δύο ή τρία άτομα, συνήθως άντρες, που κρατιόταν από τους ώμους με ιδιαίτερα βήματα που απαιτούσαν απόλυτο συγχρονισμό.

Ο ζεϊμπέκικος (9/8) ήταν πολεμικός χορός μιας πολεμικής φυλής θρακικής καταγωγής. Ήταν αντικριστός χορός και χορευόταν από δύο άντρες, χωρίς ιδιαίτερα βήματα.

Ζεϊμπέκης με το μπαγλαμά στη ζώνη του

Ζεϊμπέκης με το μπαγλαμά στη ζώνη του Εξωτερικός σύνδεσμος

Το τσιφτετέλι (από την τούρκικη λέξη που σημαίνει «δύο χορδές»), αρχικά παιζότανε από δίχορδο βιολί και διαδόθηκε στην Ελλάδα μετά το 1923. Ήταν χορός των προσφύγων από τη Σμύρνη και οι ρεμπέτες της Αθήνας τον θεωρούσαν θηλυπρεπή.

«Τετράς του Πειραιώς» ή όπως αυτοαπακαλούνταν «Η τετράς η ξακουστή του Πειραιώς» ήταν η πρώτη ρεμπέτικη κομπανία που συστάθηκε στην Ελλάδα, το καλοκαίρι του 1934. Το σχήμα αποτελούνταν από τον Μάρκο Βαμβακάρη, το Γιώργο Μπάτη, το Στράτο Παγιουμτζή και τον Ανέστη Δελιά. Η πρώτη εμφάνισή τους γίνεται στο καφενείο Η μάντρα του Σαραντόπουλου, στην περιοχή της Ανάστασης στο Κερατσίνι. Η κομπανία έθεσε τις βάσεις του λεγόμενου πειραιώτικου ρεμπέτικου τραγουδιού στη μορφή που το γνωρίζουμε σήμερα

Κλασική περίοδος

«Η Τετράς, η ξακουστή του Πειραιώς» το πρώτο επαγγελματικό συγκρότημα «μπουζουκομπαγλαμάδων»

Το 1932 κυκλοφορούν οι πρώτες ηχογραφήσεις τραγουδιών από τον Μάρκο Βαμβακάρη. Την επόμενη χρονιά, το 1933, καταγράφονται οι πρώτες ηχογραφήσεις με μπουζούκι στην Ελλάδα από τον Γιώργο Μπάτη σε δίσκο που δεν κυκλοφόρησε αμέσως και τον Μάρκο Βαμβακάρη με το «Να ‘ρχόσουνα ρε μάγκα μου».

«Τετράς του Πειραιώς» ή όπως αυτοαπακαλούνταν «Η τετράς η ξακουστή του Πειραιώς» ήταν η πρώτη ρεμπέτικη κομπανία που συστάθηκε στην Ελλάδα, το καλοκαίρι του 1934. Το σχήμα αποτελούνταν από τον Μάρκο Βαμβακάρη, το Γιώργο Μπάτη, το Στράτο Παγιουμτζή και τον Ανέστη Δελιά. Η πρώτη εμφάνισή τους γίνεται στο καφενείο Η μάντρα του Σαραντόπουλου, στην περιοχή της Ανάστασης στο Κερατσίνι. Η κομπανία έθεσε τις βάσεις του λεγόμενου πειραιώτικου ρεμπέτικου τραγουδιού στη μορφή που το γνωρίζουμε σήμερα.

Το 1936 ξεκινάει η δικτατορία του Μεταξά και επιβάλλεται λογοκρισία. Αναγκαστικά η δισκογραφία προσαρμόζεται και οι αναφορές σε ναρκωτικά, τεκέδες κ.λ.π. εκλείπουν από τις ηχογραφήσεις. Πάντως, μέχρι το 1941 εμφανίζονται οι περισσότεροι από τους κλασικούς συνθέτες και τραγουδιστές του ρεμπέτικου τραγουδιού στη δισκογραφία, όπως ο Στράτος Παγιουμτζής, ο Μπαγιαντέρας, ο Γιάννης Παπαϊωάννου, ο Απόστολος Χατζηχρήστος, ο Βασίλης Τσιτσάνης, ο Μανώλης Χιώτης, ο Στελλάκης Περπινιάδης, η Ρόζα Εσκενάζυ και πολλοί άλλοι.

Με τη κήρυξη του πολέμου το 1940 γράφτηκαν αρκετά ρεμπέτικα τραγούδια για τον πόλεμο, όπως χαρακτηριστικά τέτοια ήταν «Ο Μάρκος φαντάρος» (Μ. Βαμβακάρη), «Τους Κενταύρους δεν φοβάμαι», «Στης Πίνδου τα βουνά», «Γλυκό νά ‘ναι το βόλι», (και τα τρία του Μπαγιαντέρα), «Τον πόλεμο μας κήρυξες» (του Καρίπη), «Θα πάρω το τουφέκι μου» (του Κηρομύτη), κ.ά. Με την γερμανική κατοχής το 1941, τα εργοστάσια των δισκογραφικών εταιρειών κλείνουν και οι ηχογραφήσεις σταματούν έως το 1946.

Οι ζωές των ερμηνευτών του Ρεμπέτικου Τραγουδιού

1.       Μάρκος Βαμβακάρης

Το 1932 ξεκινά η κλασική περίοδος και κυκλοφορούν οι πρώτες ηχογραφήσεις τραγουδιών από τον σπουδαίο Μάρκο Βαμβακάρη. Γεννήθηκε στις 10 Μαΐου 1905 στο συνοικισμό Σκαλί της Άνω Χώρας της Σύρου από οικογένεια καθολικών και ήταν ο πρώτος από τα έξι παιδιά του Δομένικου και της Ελπίδας Βαμβακάρη. Από φτωχή οικογένεια, αναγκάζεται να εγκαταλείψει σύντομα τα θρανία και να παλέψει για τα προς το ζην. Λόγω ενός ατυχήματος (σπρώχνει έναν βράχο και αυτός καταλήγει σε ένα μικρό σπίτι όπου μένει μια ηλικιωμένη γυναίκα), αναχωρεί για τον Πειραιά και έτσι εξασφαλίζει τον τίτλο του ?Πατριάρχη? του ρεμπέτικου τραγουδιού. Μένοντας στα κακόφημα Ταμπούρια, το πρωί εργάζεται στα κάρβουνα και το βράδυ διασκεδάζει στους τεκέδες, όπου και έρχεται σε επαφή με την κάνναβη. Αργότερα, πιάνει δουλειά ως λιμενεργάτης και καταλήγει εκδορέας στα σφαγεία της πόλης. Όντας, όμως, η μουσική δεύτερη φύση του (από μικρός άκουγε τον πάτερα του να παίζει γκάιντα και να γράφει τα δικά του τραγούδια), γίνεται ένας από τους κορυφαίους αυτοδίδακτους οργανοπαίκτες. Η πιο σημαντική στιγμή της ζωής του ήταν όταν είδε τον φημισμένο Νίκο Αϊβαλιώτη να παίζει μπουζούκι. Τον κοίταξε, άκουσε τον ήχο και μετά από λίγο είπε: «Να μου κοπούν τα χέρια εάν δεν μάθω να παίζω μπουζούκι».

Εννοιολογική Προσέγγιση της Μελοποιημένης Ποίησης

Για τις ανάγκες της ανασκόπησης χρειάζεται να γίνει η απαραίτητη διευκρίνιση ότι με τον όρο «μελοποιημένη ποίηση» θεωρείται το ποιητικό κείμενο που έχει εκδοθεί σε βιβλίο ή τουλάχιστον έχει δημοσιευτεί σε κάποιο λογοτεχνικό περιοδικό και όχι οι στίχοι που έχουν σαφή ποιητικότητα όπως είναι οι εκατοντάδες έξοχοι στίχοι που μας φιλοδώρησαν όλα αυτά τα χρόνια οι στιχουργοί και οι τραγουδοποιοί μας (εδώ ο όρος με την ιδιότητα του στιχουργού).

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αφετηρία τους. Ήδη στα 1945 ο εικοσάχρονος τότε Θεοδωράκης συνθέτει στην Αθήνα, τραγούδια πάνω σε ποιήματα του Μήτσου Λυγίζου («Πέντε ναύτες»), του Φώτη Αγγουλέ («Νανούρισμα»), του Ιωάννη Γρυπάρη («Πάθος»), του Λορέντζου Μαβίλη («Έρως και θάνατος», «Λήθη») τα οποία αποτελούν προάγγελο του έντεχνου λόγου, δηλαδή, του λόγου των ποιητών που θα μελοποιήσει λίγα χρόνια αργότερα με σκοπό τη γνωριμία τους στον λαό, αρχής γενομένης από τον «Επιτάφιο» του Γιάννη Ρίτσου, σύνθεση του 1958 στο Παρίσι. Στα 1956-57 ο Μάνος Χατζιδάκις συνθέτει τέσσερα τραγούδια πάνω στο έργο του Μπέρτολτ Μπρεχτ, «Ο κύκλος με την κιμωλία», σε μετάφραση Οδυσσέα Ελύτη για τις ανάγκες της παράστασης που ανέβηκε από το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν, στις αρχές του 1957. Η εξέλιξη της μελοποίησης ποιημάτων, ως γνωστόν, έλαβε στη συνέχεια τεράστιες διαστάσεις και ποιήματα των μεγαλύτερων ποιητών μας μπήκαν στα χείλη του ανώνυμου πλήθους αποτελώντας για δεκαετίες τη ραχοκοκαλιά του νεοελληνικού πολιτισμού συντροφεύοντάς τον στις χαρές και στις λύπες του, στις περιόδους ανεμελιάς και στις κρίσιμες ιστορικές φάσεις της ιστορίας του βλ. δικτατορία.

Ένα επίσης, αξιοπρόσεχτο συμπέρασμα, είναι η διαλογή των ποιημάτων και κατ? επέκταση των ποιητών. Η κάθε χρονική περίοδος αναδείκνυε και τον ποιητή που άρμοζε με το κλίμα της, είτε λόγω της φύσης του έργου π.χ. πολιτικά ποιήματα είτε εξαιτίας της ισχυρής παρουσίας του στα γράμματα. Αναμφίβολα έπαιξε σημαντικό ρόλο και το φίλτρο της προσωπικότητας του εκάστοτε συνθέτη είτε λόγω των πολιτικών πεποιθήσεών του είτε της μουσικής παιδείας και των επιρροών του. Δεν έλειψαν φυσικά περιπτώσεις μαζικής μελοποίησης ποιητών ως επακόλουθο της δημοφιλίας τους και του σημαίνοντος του έργου τους βλ. Ρίτσος, Σεφέρης, Ελύτης, Καρυωτάκης.

Η μελοποιημένη ποίηση του 21ου αιώνα…

Οι σύγχρονοι συνθέτες και τραγουδοποιοί (αναφέρεται ο όρος με βάση τη συνθετική τους ιδιότητα) αναμφίβολα τις τελευταίες δεκαετίες και κυρίως την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα που διανύουμε, εμφανίζονται πιο «ανοικτοί» από ποτέ, αν κρίνουμε από τα έργα που μας έχουν παρουσιάσει. Αυτό σημαίνει πως τα τελευταία χρόνια στο χώρο της ελληνικής δισκογραφίας συναντάμε εξ’ ίσου μελοποιήσεις κλασικών ποιητών (ως προς τη «θητεία» τους στην δισκογραφημένη μελοποιημένη ποίηση, βλ, Ρίτσος, Καβάφης κ.ά.) αλλά και ποιητών όπως ο Παλαμάς και ο Βρεττάκος που δεν ανήκουν στο «σύγχρονο» ποιητικό ρεύμα, όπως και ποιητών συγχρόνων όπως ο Διονύσης Καψάλης και ο Ηλίας Λάγιος. Και δεν είναι τυχαίο το γεγονός πως η δεκαετία του 2000 ξεκινά με μελοποιήσεις ποιημάτων από ελληνικά ροκ-ποπ συγκροτήματα, με άλλα λόγια, από νεα παιδιά που είτε δεν έζησαν την μουσικοποιητική έξαρση των δεκαετιών 60 και 70 είτε δεν είχαν τα ανάλογα μουσικά ακούσματα και ποιητικά αναγνώσματα, όμως βρήκαν στον ποιητικό λόγο το καταφύγιό που δεν φθονούσαν…

Νίκος Καββαδίας

Γεννήθηκε το 1910 στο Χαρπήν της Ματζουρίας από γονείς Κεφαλλονίτες. Το 1932 έγραψε τα πρώτα του ποιήματα ως μαθητής του δημοτικού. Είχε βιωματική εμπειρία στα καράβια από παιδική ηλικία. Τα ποιήματά του είχαν  την αυθεντικότητα της φυσικότητας. Έγινε μαρκόνης (ασυρματιστής) και ταξίδευε για πολλά χρόνια έως το 1974 στα 65 του. Αν και το λεξιλόγιο του στα ποιήματα είναι δυσνόητα λόγο της ναυτικής ορολογίας  που χρησιμοποιούσε παρ?όλα  αυτά αγαπήθηκαν πολύ. Ο καββαδίας ήταν ο ποιητής της θάλασσας. 

ΜΕΛΟΠΟΙΗΜΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΑΒΑΔΙΑ

??ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΟΥ ΝΟΤΟΥ??

Σταυρός του Νότου

Θάνος Μικρούτσικος

Έβραζε το κύμα του γαρμπή

είμαστε σκυφτοί κι οι δυο στο χάρτη

γύρισες και μου ‘πες πως το Μάρτη

σ’ άλλους παραλλήλους θα ‘χεις μπει

Κούλικο στο στήθος σου τατού

που όσο κι αν το καις δε λέει να σβήσει

είπαν πως την είχες αγαπήσει

σε μια κρίση μαύρου πυρετού

Βάρδια πλάι σε κάβο φαλακρό

κι ο Σταυρός του Νότου με τα στράλια

Κομπολόι κρατάς από κοράλλια

κι άκοπο μασάς καφέ πικρό

Το Άλφα του Κενταύρου μια νυχτιά

με το παλλινώριο πήρα κάτου

μου ‘πες με φωνή ετοιμοθανάτου

να φοβάσαι τ’ άστρα του Νοτιά

Άλλοτε απ’ τον ίδιον ουρανό

έπαιρνες τρεις μήνες στην αράδα

με του καπετάνιου τη μιγάδα

μάθημα πορείας νυχτερινό

Σ’ ένα μαγαζί του Nossi Be

πήρες το μαχαίρι δυο σελίνια

μέρα μεσημέρι απά στη λίνια

ξάστραψες σαν φάρου αναλαμπή

Κάτω στις ακτές της Αφρικής

πάνε χρόνια τώρα που κοιμάσαι

τα φανάρια πια δεν τα θυμάσαι

και το ωραίο γλυκό της Κυριακής

Πηγή: Musixmatch

Τραγουδοποιοί: Θάνος μικρούτσικος / Νίκος καββαδίας

https://www.youtube.com/watch?v=zveemnKDo6w

ΚΑΡΑΝΤΙ

https://www.youtube.com/watch?v=F6kzBZONnWY&t=36s

ΟΙ ΕΦΤΑ ΝΑΝΟΙ

Federico Garcia Lorca

Νίκος Γκάτσος

Ποιητής, στιχουργός και μεταφραστής, ο Νίκος Γκάτσος παραμένει μία ξεχωριστή περίπτωση για τα ελληνικά γράμματα. Με μία μόνο ποιητική σύνθεση στο ενεργητικό του, την περίφημη και αξεπέραστη Αμοργό, που έγραψε μεσούσης της Κατοχής, θεωρείται ένας από τους κορυφαίους ποιητές μας.

Γεννήθηκε στις 8 Δεκεμβρίου 1911, κατ’ άλλους στις 30 Απριλίου 1915, στα Χάνια Φραγκόβρυσης (Κάτω Ασέα) Αρκαδίας. Τελείωσε το Δημοτικό στο χωριό του και το Γυμνάσιο στην Τρίπολη, όπου μυήθηκε στη λογοτεχνία και έμαθε μόνος του ξένες γλώσσες. Στη συνέχεια μετακόμισε με την οικογένειά του στην Αθήνα, όπου σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Στις αρχές της δεκαετίας του ’30 δημοσίευσε τα πρώτα του ποιήματα στα περιοδικά «Νέα Εστία» (1931) και «Ρυθμός» (1933). Γνώριζε ήδη αρκετά καλά Αγγλικά και Γαλλικά και είχε μελετήσει τον Παλαμά, το Σολωμό, το δημοτικό τραγούδι, όπως και τις νεωτεριστικές τάσεις της ευρωπαϊκής ποίησης.

Το 1943 κυκλοφόρησε την ποιητική του σύνθεση «Αμοργός», που προκάλεσε έντονο ενδιαφέρον και του χάρισε περίοπτη θέση στο Πάνθεον των ελλήνων ποιητών. Λέγεται ότι το μακρύ αυτό ποίημα γράφτηκε μέσα σε μια νύχτα με το σύστημα της «αυτόματης γραφής», που χρησιμοποιούν οι σουρεαλιστές δημιουργοί. «Μνημειώδες έργο του νεοελληνικού ποιητικού λόγου» χαρακτήρισε την «Αμοργό» ο στενός φίλος του Μάνος Χατζιδάκις, «επειδή περιέχει βαθύτατα την ελληνική παράδοση, δεν την εκμεταλλεύεται, ενώ συγχρόνως περιέχει όλη την ευρωπαϊκή θητεία του Μεσοπολέμου». Με την «Αμοργό» κλείνει και ολοκληρώνεται ο πρώτος κύκλος του ελληνικού υπερρεαλισμού, που είχε ανοίξει με τον Νικήτα Ράντο, τον πρώιμο Ελύτη, τον Εμπειρίκο και τον Εγγονόπουλο.

Από τότε έως τον θάνατό του, ο Γκάτσος δημοσίευσε μόνο τρία ποιήματα: «Ελεγείο» (1946), «Ο Ιππότης και ο θάνατος» (1947) και το «Τραγούδι του παλιού καιρού» (1963). Τη λυρική του φλέβα ο Νίκος Γκάτσος τη διοχέτευσε στους στίχους τραγουδιών, καταργώντας συχνά τα όρια ποίησης και στιχουργίας. Το έργο του είναι εντυπωσιακό σε ποσότητα και ποιότητα. Ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Σταύρος Ξαρχάκος, ο Δήμος Μούτσης, ο Λουκιανός Κηλαηδόνης και άλλοι συνθέτες μελοποίησαν στίχους του, που τραγουδήθηκαν από δημοφιλείς καλλιτέχνες και έγιναν μεγάλες επιτυχίες («Αθανασία», «Της γης το χρυσάφι», «Ρεμπέτικο», «Αρχιπέλαγος», «Πήρες το μεγάλο δρόμο», «Πορνογραφία», «Λαϊκή Αγορά», «Η Μικρή Ραλλού», «Μια γλώσσα, μια πατρίδα», «Αν θυμηθείς τ’ ονειρό μου», «Η νύχτα», «Στον Σείριο υπάρχουνε παιδιά», «Αντικατοπτρισμοί», «Το κατά Μάρκον», «America, America», «Χάρτινο το Φεγγαράκι», «Πάει ο καιρός» κ.ά.).

Σπουδαίο είναι και το μεταφραστικό του έργο, το οποίο δοκιμάστηκε επί σκηνής. Μετέφρασε για λογαριασμό του Εθνικού Θεάτρου, του Θεάτρου Τέχνης και του Λαϊκού Θεάτρου, Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα («Ματωμένος Γάμος», «Το Σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα»), Αύγουστο Στρίνμπεργκ («Ο Πατέρας»), Ευγένιο Ο’ Νηλ («Ταξίδι μακριάς ημέρας μέσα στη νύχτα»), Λόπε ντε Βέγκα («Φουέντε Οβεχούνα») και Τενεσί Ουίλιαμς («Λεωφορείο ο Πόθος»).

Ο Νίκος Γκάτσος πέθανε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 1992 και τάφηκε στη γενέτειρά του.

Η μπαλάντα του Ούρι
Πηγή: https://www.sansimera.gr/biographies/47


Ουρανέ, όχι δε θα πω το ναι
ουρανέ, φίλε μακρινέ
πως να δεχτώ άλλης αγκαλιάς τη στοργή
πως να δεχτώ, μάνα μου είναι η γη
πως ν? αρνηθώ της ζωής το φως το ξανθό
αχ ουρανέ πόνε μακρινέ

Κάθε δειλινό κοιτώ τον ουρανό,
το γαλανό
κι ακούω μια φωνή,
καμπάνα γιορτινή
να με παρακινεί

Κάθε Κυριακή μου λέει να πάω εκεί,
εκεί, εκεί
που χτίζουνε φωλιά
αλλόκοτα πουλιά
στου ήλιου τα σκαλιά

Ουρανέ, όχι δε θα πω το ναι
ουρανέ, φίλε μακρινέ
πως να δεχτώ άλλης αγκαλιάς τη στοργή
πως να δεχτώ, μάνα μου είναι η γη
πως ν? αρνηθώ της ζωής το φως το ξανθό
αχ ουρανέ πόνε μακρινέ

Κάθε δειλινό κοιτώ τον ουρανό,
το γαλανό
και μια φωνή τρελή
σαν χάδι κι απειλή
κοντά της με καλεί

Κάθε Κυριακή μου λέει να πάω εκεί,
εκεί, εκεί
μου τάζει ωκεανούς
κομήτες φωτεινούς
και ό,τι βάζει ο νους

Ουρανέ, όχι δε θα πω το ναι
ουρανέ, φίλε μακρινέ
πως να δεχτώ άλλης αγκαλιάς τη στοργή
πως να δεχτώ, μάνα μου είναι η γη
πως ν? αρνηθώ της ζωής το φως το ξανθό
αχ ουρανέ πόνε μακρινέ

Γιώργος Σεφέρης

Έλληνας ποιητής, δοκιμιογράφος, μεταφραστής και διπλωμάτης. Από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, τιμήθηκε με Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1963.

 Ο Γεώργιος Σεφεριάδης, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, γεννήθηκε στις 29 Φεβρουαρίου του 1900 στη Σμύρνη. Ήταν το μεγαλύτερο παιδί του Στυλιανού Σεφεριάδη (1873-1951) – δικηγόρου, σημαντικού κοινωνικού παράγοντα της Σμύρνης και ανθρώπου με λογοτεχνικές ανησυχίες – και της Δέσποινας Τενεκίδη με καταγωγή από τη Νάξο. Το ζευγάρι είχε άλλα δυο παιδιά, τον Άγγελο (1905-1950) και την Ιωάννα (1902-2000), σύζυγο του φιλόσοφου και πολιτικού Κωνσταντίνου Τσάτσου.

Ο Σεφέρης ξεκίνησε τις εγκύκλιες σπουδές του το 1906 στη Σμύρνη και τις ολοκλήρωσε το 1918 στην Αθήνα, όπου είχε εγκατασταθεί η οικογένειά του από το 1914. Στη συνέχεια γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Σορβόνης, από την οποία αποφοίτησε με διδακτορικό το 1924. Τα χρόνια παραμονής του στο Παρίσι ήταν καθοριστικά για τη διαμόρφωση της ποιητικής του φυσιογνωμίας. Ήταν η εποχή που το κίνημα του μοντερνισμού βρισκόταν στην ακμή του.

Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα διορίστηκε υπάλληλος του Υπουργείου Εξωτερικών (1926), αρχίζοντας έτσι μια λαμπρή καριέρα στο διπλωματικό σώμα, που κορυφώθηκε το 1957, με την τοποθέτησή του ως πρεσβευτή της Ελλάδας στη Μεγάλη Βρετανία. Παρέμεινε στο Λονδίνο έως το 1962, οπότε και συνταξιοδοτήθηκε. Στις 10 Απριλίου του 1941, μία ημέρα μετά την κατάληψη της Θεσσαλονίκης από τους Γερμανούς, είχε νυμφευτεί στην Πλάκα τη Μαρώ Ζάννου, με την οποία δεν απέκτησε παιδιά.

Πηγή: https://www.sansimera.gr/biographies/697

Λίγο ακόμα

 Λίγο ακόμα θα ιδούμε

Λίγο ακόμα θα ιδούμε

Τις αμυγδαλιές ν’ανθίζουν

τις αμυγδαλιές ν’ανθίζουν

τις αμυγδαλιές ν’ανθίζουν

 Λίγο ακόμα θα ιδούμε

Λίγο ακόμα θα ιδούμε

τα μάρμαρα να λάμπουν, να λάμπουν στον ήλιο

κι η θάλασσα να κυματίζει

 Λίγο ακόμα, να σηκωθούμε

Λίγο ψηλότερα, λίγο ψηλότερα, λίγο ψηλότερα

Λίγο ακόμα, να σηκωθούμε

Λίγο ψηλότερα, λίγο ψηλότερα, λίγο ψηλότερα

 Στίχοι/Μουσική: Γιώργος Σεφέρης/Μίκης Θεοδωράκης

Μαρία Φαραντούρη

Οδυσσέας Ελύτης

Ο Οδυσσέας Ελύτης (πραγματικό όνομα: Οδυσσέας Αλεπουδέλης) (Ηράκλειο Κρήτης, 2 Νοεμβρίου 1911 – Αθήνα, 18 Μαρτίου 1996), ήταν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, μέλος της λογοτεχνικής γενιάς του ’30. Βραβεύτηκε το 1960 με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης και το 1979 με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, ο δεύτερος και τελευταίος μέχρι σήμερα Έλληνας που τιμήθηκε με βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Γνωστότερα ποιητικά του έργα είναι τα Άξιον Εστί, ο Ήλιος ο πρώτος και οι Προσανατολισμοί. Διαμόρφωσε ένα προσωπικό ποιητικό ιδίωμα και θεωρείται ένας από τους ανανεωτές της ελληνικής ποίησης. Πολλά ποιήματά του μελοποιήθηκαν, ενώ συλλογές του έχουν μεταφραστεί μέχρι σήμερα σε πολλές ξένες γλώσσες. Το έργο του περιλαμβάνει ακόμα μεταφράσεις ποιητικών και θεατρικών έργων. Υπήρξε μέλος της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Έργων Τέχνης και της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Κριτικής, αντιπρόσωπος στις Rencontres Internationales της Γενεύης και Incontro Romano della Cultura της Ρώμης.

Άξιον Εστί

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το φως και η πρώτη
χαραγμένη στην πέτρα ευχή του ανθρώπου
η αλκή μες στο ζωο που οδηγεί τον ήλιο
το φυτό που κελάηδησε και βγήκε η μέρα
Η στεριά που βουτά και υψώνει αυχένα
ένα λίθινο άλογο που ιππεύει ο πόντος
οι μικρές κυανές φωνές μυριάδες
η μεγάλη λευκή κεφαλή Ποσειδώνος
ΟΙ ΣΗΜΑΝΤΟΡΕΣ ΑΝΕΜΟΙ που ιερουργούνε
που σηκώνουν το πέλαγος σαν Θεοτόκο
που φυσούν και ανάβουνε τα πορτοκάλια
που σφυρίζουν στα όρη κι έρχονται
Οι αγένειοι δόκιμοι της τρικυμίας
οι δρομείς που διάνυσαν τα ουράνια μίλια
οι Ερμήδες με το μυτερό σκιάδι
και του μαύρου καπνού το κηρύκειο

Ο Μαϊστρος, ο Λεβάντες, ο Γαρμπής
ο Πουνέντες, ο Γραίγος, ο Σιρόκος
η Τραμουντάνα, η Όστρια
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το ξύλινο τραπέζι
το κρασί το ξανθό με την κηλίδα του ήλιου
του νερού τα παιχνίδια στο ταβάνι
στη γωνιά το φυλλόδεντρο που εφημερεύει
Οι λιθιές και τα κύματα χέρι με χέρι
μια πατούσα που σύναξε σοφία στην άμμο
ένας τζίτζικας που έπεισε χιλιάδες άλλους
η συνείδηση πάμφωτη σαν καλοκαίρι.
ΤΑ ΝΗΣΙΑ με το μίνιο και με το φούμο
τα νησιά με το σπόνδυλο καποιανού Δία
τα νησιά με τους έρημους ταρσανάδες
τα νησιά με τα πόσιμα γαλάζια ηφαίστεια
Στο μελτέμι τα ορτσάροντας με κόντρα φλόκο
Στο γαρμπή τ? αρμενίζοντας πόντζα λαμπάντα
έως όλο το μάκρος τους τ? αφρισμένα
με λιτρίδια μαβιά και με ηλιοτρόπια
Η Σίφνος, η Αμοργός, η Αλόννησος
η Θάσος, η Ιθάκη, η Σαντορίνη
η Κως, η Ίος, η Σίκινος
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ στο πέτρινο πεζούλι
αντίκρυ του πελάγους η Μυρτώ να στέκει
σαν ωραίο οκτώ ή σαν κανάτι
με την ψάθα του ήλιου στο ένα χέρι
Το πορώδες και άσπρο μεσημέρι
ένα πούπουλο ύπνου που ανεβαίνει
το σβησμένο χρυσάφι μες στους πυλώνες
και το κόκκινο άλογο που δραπετεύει
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ εορτάζοντας τη μνήμη
των Αγίων Κηρύκου και Ιουλίτης
ένα θαύμα να καίει στους ουρανούς τ? αλώνια
ιερείς και πουλιά να τραγουδούν το χαίρε :
ΧΑΙΡΕ η Καιομένη και χαίρε η Χλωρή
Χαίρε η Αμεταμέλητη με το πρωραίο σπαθί
Χαίρε η που πατείς και τα σημάδια σβήνονται
Χαίρε η που ξυπνάς και τα θαύματα γίνονται
Χαίρε του παραδείσου των βυθών η Αγρία
Χαίρε της ερημίας των νήσων η Αγία
Χαίρε η Ονειροτόκος χαίρε η Πελαγινή
Χαίρε η Αγκυροφόρος και η Πενταστέρινη
Χαίρε με τα λυτά μαλλιά η χρυσίζοντας τον άνεμο
Χαίρε με την ωραία λαλιά η δαμάζοντας τον δαίμονα
Χαίρε που καταρτίζεις τα Μηναία των κήπων
Χαίρε που αρμόζεις τη ζωνη του Οφιούχου

Χαίρε η ακριβοσπάθιστη και σεμνή
Χαίρε η προφητικιά και δαιδαλική
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το χώμα που ανεβάζει
μιάν οσμή κεραυνού σαν από θειάφι
του βουνού ο πυθμένας όπου θάλλουν
οι νεκροί άνθη της αύριον
Μιας νυχτός Ιουνίου η νηνεμία
γιασεμιά και φουστάνια στο περιβόλι
το ζωάκι των άστρων που ανεβαίνει
της χαράς η στιγμή λίγο πριν κλάψει
ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ η πόα της ουτοπίας
τα κορίτσια οι παραπλανημένες Πλειάδες
τα κορίτσια τ? Αγγεία των Μυστηρίων
τα γεμάτα ως πάνω και τ? απύθμενα
Τα στυφά στο σκοτάδι και όμως θαύμα
τα γραμμένα στο φως και όμως μαυρίλα
τα στραμμένα επάνω τους όπως οι φάροι
τα ηλιόβόρα και τα σεληνοβάμονα
Η Ερση, η Μυρτω, η Μαρινα
η Ελενη, η Ρωξανη, η Φωτεινη
η Αννα, η Αλεξανδρα, η Κυνθια
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το αναίτιο δάκρυ
ανατέλλοντας αργά στα ωραία μάτια
των παιδιών που κρατιούνται χέρι χέρι
των παιδιών που κοιτάζουνται και δε μιλιούνται
Των ερώτων το τραύλισμα πάνω στα βράχια
ένας φάρος που εκτόνωσεν αιώνων θλίψη
το τριζόνι το επίμονο καθώς η τύψη
και το μάλλινο έρημο μέσα στ? αγιάζι
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το χέρι που επιστρέφει
από φόνο φριχτόν και τώρα ξέρει
ποιος αλήθεια ο κόσμος που υπερέχει
ποιό το “νυν” και ποιο το “αιέν” του κόσμου :
ΝΥΝ το αγρίμι της μυρτιάς Νυν η κραυγή του Μάη
ΑΙΕΝ η άκρα συνείδηση Αιέν η πλησιφάη
Νυν νυν η παραίσθηση και του ύπνου η μιμική
Αιέν αιέν ο λόγος και Τρόπις η αστρική
Νυν των λεπιδόπτερων το νέφος το κινούμενο
Αιέν των μυστηρίων το φως το περιιπτάμενο
Νυν το περίβλημα της Γης και η Εξουσία
Αιέν η βρωση της Ψυχής και η Πεμπτουσία
Νυν της Σελήνης το μελάγχρωμα το ανίατο
Αιέν το χρυσοκύανο του Γαλαξία σελάγισμα
Νυν των λαών το αμάλγαμα και ο μαύρος Αριθμός
Αιέν της Δίκης το άγαλμα και ο Μέγας Οφθαλμός

Νυν η ταπείνωση των Θεών
Νυν η σποδός του Ανθρώπου
Νυν Νυν το μηδέν
και ΑΙΕΝ Ο ΚΟΣΜΟΣ Ο ΜΙΚΡΟΣ, Ο ΜΕΓΑΣ !

Όμορφη και παράξενη Πατρίδα

Μάνος Ελευθερίου

Γεννήθηκε στην Ερμούπολη της Σύρου στις 12 Μαρτίου το 1938. Ήταν Έλληνας ποιητής, στιχουργός και πεζογράφος. Έχει ποιητικές συλλογές, διηγήματα, μια νουβέλα, δυο μυθιστορήματα και περισσότερα από 400 τραγούδια. Παράλληλα εργάστηκε ως αρθρογράφος ,επιμελητής εκδόσεων, εικονογράφος και ραδιοφωνικός παραγωγός. Πέθανε 22 Ιουλίου 2018 αφήνοντας πίσω του ένα μεγάλο έργο. Τα πιο γνωστά  μελοποιημένα  ποιήματά του είναι ο Άμλετ της σελήνης ,παραπονεμένα λόγια, Άλλος για Χίο τράβηξε.

https://m.naftemporiki.gr/story/1374767/pethane-o-manos-eleutheriou

ΧΡΗΣΤΟΣ ΘΗΒΑΙΟΣ – Ο ΑΜΛΕΤ ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ

Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου

Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος

Ξεγέλασες τους ουρανούς με ξόρκια μαύρη φλόγα

Πως η ζωή χαρίζεται χωρίς ν? ανατραπεί

Κι όλα τα λόγια των τρελών που ήταν δικά μας λόγια

Τα μάγευες με φάρμακα στην άσωτη σιωπή

Πενθούσες με τους έρωτες γυμνός και μεθυσμένος

Γιατί με τους αθάνατους είχες λογαριασμούς

Τις άριες μιας όπερας τραύλιζες νικημένος

Μιας επαρχίας μαθητής μπροστά σε δυο χρησμούς

Τι ζήλεψες τι τα ?θελες τα ένδοξα Παρίσια

Έτσι κι αλλιώς ο κόσμος πια παντού είναι τεκές

Διεκδικούσες θαύματα που δίνουν τα χασίσια

Και παραισθήσεις όσων ζουν μέσα στις φυλακές

Και μια βραδιά που ντύθηκες ο Άμλετ της Σελήνης

Έσβησες μ? ένα φύσημα τα φώτα της σκηνής

Και μονολόγους άρχισες κι αινίγματα να λύνεις

Μιας τέχνης και μιας εποχής παλιάς και σκοτεινής

Μαλαματένια Λόγια – Χαράλαμπος Γαργανουράκης, Λάκης Χαλκιάς, Τάνια Τσανακλίδου

Μαρία Πολυδούρη

Ποιήτρια της νεορομαντικής σχολής από την Καλαμάτα, γνωστή και από το δεσμό της με τον ομότεχνό της Κώστα Καρυωτάκη.

Ποιήτρια της νεορομαντικής σχολής από την Καλαμάτα. Γεννήθηκε την 1η Απριλίου του 1902 και ήταν κόρη του φιλόλογου Ευγένιου Πολυδούρη και της Κυριακής Μαρκάτου, μιας γυναίκας με πρώιμες φεμινιστικές ανησυχίες. Ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές της σπουδές στην Καλαμάτα, αφού προηγουμένως είχε φοιτήσει σε σχολεία του Γυθείου και των Φιλιατρών. Στα γράμματα εμφανίζεται σε ηλικία 14 ετών, με το πεζοτράγουδο «Ο πόνος της μάνας». Αναφέρεται στο θάνατο ενός ναυτικού, τον οποίον ξέβρασαν τα κύματα στις ακτές των Φιλιατρών και είναι επηρεασμένο από τα μανιάτικα μοιρολόγια που άκουγε στο Γύθειο. Σε ηλικία 16 ετών διορίζεται στη Νομαρχία Μεσσηνίας, κατόπιν διαγωνισμού και παράλληλα εκδηλώνει ζωηρό ενδιαφέρον για το γυναικείο ζήτημα. Το 1920 χάνει, σε διάστημα σαράντα ημερών, τον πατέρα και τη μητέρα της.

Το 1921 μετατίθεται στη Νομαρχία Αθηνών και παράλληλα εγγράφεται στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στην υπηρεσία της θα γνωρίσει τον συνάδελφο και ομότεχνό της Κώστα Καρυωτάκη και μεταξύ τους θα αναπτυχθεί ένας σφοδρός έρωτας, που θα κρατήσει λίγο, αλλά θα παίξει καθοριστικό ρόλο στη ζωή και το έργο της.

Συναντήθηκαν για πρώτη φορά τον Ιανουάριο του 1922, όταν η Πολυδούρη ήταν 20 χρονών και ο Καρυωτάκης 26. Εκείνη είχε δημοσιεύσει κάποια πρωτόλεια ποιήματα, εκείνος είχε εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές, τον «Πόνο των ανθρώπων και των πραμάτων» (1919) και τα «Νηπενθή» (1921), και είχε ήδη κατακτήσει την εκτίμηση ορισμένων κριτικών και ομοτέχνων του. Το καλοκαίρι του 1922 ο Καρυωτάκης μαθαίνει ότι έχει προσβληθεί από σύφιλη, νόσημα τότε ανίατο και κοινωνικά στιγματισμένο. Το ανακοινώνει πρώτα στην αγαπημένη του και της ζητά να χωρίσουν. Εκείνη, του προτείνει να παντρευτούν χωρίς να κάνουν παιδιά, αλλά ο Καρυωτάκης είναι πολύ περήφανος για να δεχθεί τη θυσία της. Εκείνη πάλι αμφιβάλλει για την ειλικρίνειά του, νομίζει ότι η αρρώστια του είναι πρόφαση για να την απομακρύνει από κοντά του. Στη διάρκεια του 1924 μπαίνει στη ζωή της ο δικηγόρος Αριστοτέλης Γεωργίου, άρτι αφιχθείς εκ Παρισίων. Είναι νεαρός, ωραίος και πλούσιος. Θα τον αρραβωνιαστεί στις αρχές του 1925, αν και στην καρδιά της σιγοκαίει ο έρωτάς της για τον Καρυωτάκη. Παρά την αφοσίωση του αρραβωνιαστικού της, η Μαρία Πολυδούρη δείχνει να μην μπορεί να συγκεντρωθεί σοβαρά σε καμιά δραστηριότητα. Χάνει τη δουλειά της στο Δημόσιο από τις αλλεπάλληλες απουσίες της κι εγκαταλείπει τη Νομική. Φοιτά στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, προλαβαίνει μάλιστα να εμφανισθεί ως ηθοποιός σε μία παράσταση. Το καλοκαίρι του 1926 διαλύει τον αρραβώνα της και φεύγει στο Παρίσι. Σπουδάζει ραπτική, αλλά δεν κατορθώνει να εργαστεί, επειδή προσβάλλεται από φυματίωση. Επιστρέφει στην Αθήνα και συνεχίζει τη νοσηλεία της στο νοσοκομείο «Σωτηρία», όπου μαθαίνει για την αυτοκτονία του πρώην εραστή της Κώστα Καρυωτάκη. Τον ίδιο χρόνο κυκλοφορεί την πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο «Οι τρίλλιες που σβήνουν» και το 1929 τη δεύτερη, με τίτλο «Ηχώ στο Χάος». Η φυματίωση τελικά θα την καταβάλει και θα αφήσει την τελευταία της πνοή στην Κλινική Χριστομάνου τα ξημερώματα της 29ης Απριλίου 1930. Η Μαρία Πολυδούρη ανήκει στη λογοτεχνική γενιά του ’20, που καλλιέργησε το αίσθημα του ανικανοποίητου και της παρακμής. Ο έρωτας και ο θάνατος είναι οι δύο άξονες γύρω από τους οποίους περιστρέφεται η ποίησή της. Είναι μεστή από πηγαίο λυρισμό που ξεσπά σε βαθιά θλίψη και κάποτε σε σπαραγμό, με εμφανείς τις επιδράσεις από τον Καρυωτάκη και τα μανιάτικα μοιρολόγια. Οι συναισθηματικές και συγκινησιακές εξάρσεις της Πολυδούρη καλύπτουν κάποιες φορές τις τεχνικές αδυναμίες και της στιχουργικές ευκολίες της ποίησής της. Η Μαρία Πολυδούρη άφησε και δύο πεζά έργα: Το «Ημερολόγιο» της και μια ατιτλοφόρητη νουβέλα, με την οποία ανελέητα σαρκάζει το συντηρητισμό και την υποκρισία της εποχής της. Τα «Άπαντα» της Μαρίας Πολυδούρη κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Αστάρτη», σε επιμέλεια Τάκη Μενδράκου. Ο συγγραφέας και ποιητής Κωστής Γκιμοσούλης έγραψε μία μυθιστορηματική βιογραφία της Μαρίας Πολυδούρη, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Κέδρος» με τον τίτλο «Βρέχει Φως». Ποιήματά της έχουν μελοποιήσει έλληνες συνθέτες «κλασικοί», «έντεχνοι» και «ροκ». Ενδεικτικά αναφέρουμε τους Μενέλαο Παλλάντιο, Κωστή Κριτσωτάκη, Νίκο Μαμαγκάκη, Γιάννη Σπανό, Νότη Μαυρουδή, Δημήτρη Παπαδημητρίου, Μιχάλη Κουμπιό, Στέλιο Μποτωνάκη και το συγκρότημα «Πληνθέτες».

Πηγή: https://www.sansimera.gr/biographies/245

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ

Πηγή: https://www.sansimera.gr/biographies/245

Ποιηση: Μαρία Πολυδούρη

Μουσική: Δημήτρης Παπαδημητρίου

Πρώτη εκτέλεση: Ελευθερία Αρβανιτάκη

Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες

σε περασμένα χρόνια.

Και σε ήλιο, σε καλοκαιριού προμάντεμα

και σε βροχή, σε χιόνια,

δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες.

Μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου

μια νύχτα και με φίλησες στο στόμα,

μόνο γι’ αυτό είμαι σαν κρίνο ολάνοιχτο

κι έχω ένα ρίγος στην ψυχή μου ακόμα,

μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου.

Μόνο γιατί όπως πέρναγα με καμάρωσες

και στη ματιά σου να περνάει

είδα τη λυγερή σκιά μου ως όνειρο

να παίζει, να πονάει,

μόνο γιατί όπως πέρναγα με καμάρωσες.

Γιατί, μόνο γιατί σε σεναν άρεσε

γι’ αυτό έμειν’ ωραίο το πέρασμά μου.

Σα να μ’ ακολουθούσες όπου πήγαινα

σα να περνούσες κάπου εκεί σιμά μου.

Μόνο γιατί σε σεναν άρεσε.

Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα

γι’ αυτό η ζωή μου εδόθη.

Στην άχαρη ζωή την ανεκπλήρωτη

μένα η ζωή πληρώθη.

Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα.

Μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου

μου χάρισε η αυγή ρόδα στα χέρια.

Για να φωτίσω μια στιγμή το δρόμο σου

μου γέμισε τα μάτια η νύχτα αστέρια,

μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου

https://www.youtube.com/watch?v=9IKwQiCevO

Γιάννης Ρίτσος:

Ο Γιάννης Ρίτσος (1 Μαϊου 1909 ? 11 Νοεμβρίου 1990) ήταν ένας από τους σπουδαιότερους Έλληνες ποιητές με διεθνή φήμη και ακτινοβολία. Γεννήθηκε στη Μονεμβασιά όπου τελείωσε το δημοτικό σχολείο και το σχολαρχείο, ενώ στο Γύθειο, παρακολούθησε τα μαθήματα του γυμνασίου. Το 1924 δημοσιεύει τα πρώτα του ποιήματα στη Διάπλαση των Παίδων, με το ψευδώνυμο Ιδανικόν Όραμα. Τον Σεπτέμβριο του 1925 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και θα κάνει διάφορες δουλειές για να επιβιώσει, όπως ηθοποιός, χορευτής, διορθωτής και δακτυλογράφος. Τον Φεβρουάριο του 1927 εισήχθη στο νοσοκομείο Σωτηρία λόγω φυματίωσης όπου κατά την παραμονή του εκεί γνώρισε την Μαρία Πολυδούρη. Την δεκαετία του ΄30 συνεργάζεται με περιοδικά και εφημερίδες της Αριστεράς, δουλεύει στο εμπορικό θέατρο, στον εκδοτικό οίκο Γκοβόστη και από τα τέλη της μέχρι και την Κατοχή δουλεύει στο Εθνικό Θέατρο και στη Λυρική Σκηνή. Κυκλοφορούν οι δύο πρώτες ποιητικές του συλλογές ?Τρακτέρ? (1934) και ?Πυραμίδες? (1935). Γράφει τα ποιήματα ?Επιτάφιος? (1936), ?Το τραγούδι της αδελφής μου? (1937) και ?Εαρινή Συμφωνία? (1938). Στις ποιητικές του συλλογές είναι εμφανείς οι επιδράσεις των Κωστή ΠαλαμάΆγγελου Σικελιανού και Κώστα Βάρναλη. Γράφει το ?Εμβατήριο του ωκεανού? (1940) και την περίοδο 1945-1947 την ?Ρωμιοσύνη? και την ?Κυρά των Αμπελιών?. Την ίδια περίοδο γνωρίζεται με ποιητές όπως ο Μανόλης ΑναγνωστάκηςΤάσος Λειβαδίτης κ.ά. Εξορίζεται λόγω της αριστερής του δράσης το 1948 στη Λήμνο όπου γράφει τα ?Ημερολόγια Εξορίας Ι και ΙΙ? και το ?Καπνισμένο τσουκάλι?. Μεταφέρεται το 1949 στην Μακρόνησο και συγγράφει τον ?Πέτρινο Χρόνο? και το ?Ημερολόγια Εξορίας ΙΙΙ?. Τα χειρόγραφα της Μακρονήσου διασώθηκαν από τον Μάνο Κατράκη σε μπουκάλια που θάφτηκαν στη γη όπου τα πήρε έπειτα μαζί του ο ποιητής στον Αη Στράτη. Την ίδια περίοδο υπήρξε εκστρατεία στο εξωτερικό για την απελευθέρωσή του και μεταξύ των άλλων τον στήριξαν οι Πάμπλο Πικάσο, Λουί Αραγκόν και Πάμπλο Νερούδα. Το 1952, όταν εκτελέστηκαν ο Νίκος Μπελογιάννης και οι σύντροφοί του, έγραψε το ποίημα ?Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο? και το 1954 εκδίδεται η ?Αγρυπνία? που περιέχει ποιήματα της περιόδου 1941-1953. Με την γέννηση της κόρης του το 1955 έγραψε το ?Πρωινό Άστρο? και ένα χρόνο αργότερα το ?Η Σονάτα του Σεληνόφωτος? για το οποίο παίρνει το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Μετά το πραξικόπημα το 1967 εξορίστηκε ξανά, αυτή τη φορά στη Γυάρο και τη Λέρο και έπειτα στη Σάμο, που τέθηκε σε κατ? οίκον περιορισμό στο σπίτι της γυναίκας του για λόγους υγείας. Τον Σεπτέμβριο του 1968, κατόπιν παράκλησης του Μίκη Θεοδωράκη ξεκίνησε να γράφει τα ?18 Λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας? τα οποία ολοκλήρωσε δύο χρόνια αργότερα. Το 1969 θα γράψει το ?Ο Αφανισμός της Μήλος? και το 1970 το ποίημα ?Ελένη? το οποίο στην πρώτη του έκδοση είχε στο εξώφυλλο χαρακτικό της Βάσως Κατράκη. Τον Νοέμβριο του 1973 θα ζήσει από κοντά τα γεγονότα της εξέγερσης του Πολυτεχνείου και γράφει το ?Ημερολόγιο μιας εβδομάδας?. Το συμπεριλαμβάνει στην συλλογή ?Γίγνεσθαι? όπου περιείχε ποιήματα της περιόδου 1970-1977 και με προμετωπίδα του Γιάννη Τσαρούχη. Εκδίδεται το 1984 ο τόμος ?Επινίκια? με έργα της περιόδου 1977-1983 και περιλαμβάνει πίνακες του Κυριάκου Κατζουράκη. Μετά τον θάνατό του το 1991 εκδόθηκε η συλλογή ?Αργά, πολύ αργά μέσα στη νύχτα?. Έχουν κυκλοφορήσει ποιητικές του συλλογές και συνθέσεις, μυθιστορήματα, θεατρικά, μελέτες και μεταφράσεις ξένων ποιητών, όπως του Ναζίμ Χικμέτ, του Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι, του Αλεξάνδρου Μπλοκ κ.ά. Έχει βραβευτεί και διακριθεί για το έργο του, έχει λάβει το Βραβείο Λένιν για την Ειρήνη και έχει προταθεί για το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Τα ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από σαράντα διαφορετικές γλώσσες.

Ποιήματά του έχουν μελοποιηθεί από συνθέτες όπως Μίκης Θεοδωράκης, Θάνος Μικρούτσικος, Χρήστος Λεοντής, Σπήλιος Μεντής, Μάριος ΤόκαςΜάνος Λοίζος, Νίκος Μαμαγκάκης, Γιάννης ΜαρκόπουλοςΜίμης Πλέσσας κ.ά.

Αναρτήθηκε από : https://www.culturenow.gr/tag/giannis-ritsos/

Μίκης Θεοδωράκης

Δια χειρός του ιδίου (2003)

Ο Μίκης Θεοδωράκης, Κρητικός στην καταγωγή, γεννήθηκε στις 29 Ιουλίου 1925 στη Χίο.Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε σε διάφορες πόλεις της ελληνικής επαρχίας όπως στη Μυτιλήνη, Γιάννενα, Κεφαλονιά, Πύργο, Πάτρα και κυρίως στην Τρίπολη. Από τότε φάνηκε καθαρά, ότι η ζωή του θα μοιραζόταν ανάμεσα στη μουσική και στον αγώνα για τον ?Άνθρωπο?. Στην Τρίπολη, μόλις 17 ετών, δίνει την πρώτη του συναυλία παρουσιάζοντας το έργο του Κασσιανή και παίρνει μέρος στην αντίσταση κατά των κατακτητών. Στη μεγάλη διαδήλωση της 25ης Μαρτίου 1943 συλλαμβάνεται για πρώτη φορά από τους Ιταλούς και βασανίζεται. Διαφεύγει στην Αθήνα, όπου οργανώνεται στο ΕΑΜ και αγωνίζεται κατά των Γερμανών κατακτητών. Συγχρόνως σπουδάζει στο Ωδείο Αθηνών με καθηγητή τον Φιλοκτήτη Οικονομίδη. Μετά την απελευθέρωση ξεσπά ο εμφύλιος. Ο Θεοδωράκης λόγω των προοδευτικών του ιδεών καταδιώκεται από τις αστυνομικές αρχές. Για ένα διάστημα ζει παράνομος στην Αθήνα χωρίς να σταματήσει την επαναστατική του δράση. Τελικά συλλαμβάνεται και στέλνεται εξορία στην αρχή στην Ικαρία και στη συνέχεια στο επονομαζόμενο στρατόπεδο θανάτου, τη Μακρόνησο. Τελικά αποφοιτά από το Ωδείο το 1950 με δίπλωμα στην αρμονία, αντίστιξη και φούγκα. Το 1954 πηγαίνει με υποτροφία στο Παρίσι, όπου εγγράφεται στο Conservatoire και σπουδάζει μουσική ανάλυση με τον Olivier Messiaen και διεύθυνση ορχήστρας με τον Eug?ne Bigot. Η περίοδος 1954-1960 είναι μια εποχή έντονης δραστηριότητας για τον Θεοδωράκη στο χώρο της Ευρωπαϊκής μουσικής. Συνθέτει μουσική για το μπαλέτο της Ludmila Tcherina, το Covent Garden, Stuttgart Ballet και επίσης για τον κινηματογράφο.  Το 1957 του απονέμεται το πρώτο βραβείο του Φεστιβάλ της Μόσχας από τον Schostakovitch για το έργο του, Suite No 1 για πιάνο και ορχήστρα. Συγχρόνως συνθέτει πολλά έργα συμφωνικής μουσικής και μουσικής δωματίου. Το 1960 επιστρέφει στην Ελλάδα. Έχει ήδη μελοποιήσει τον Επιτάφιο του Γιάννη Ρίτσου, που σηματοδοτεί την ?στροφή? του προς το λαϊκό τραγούδι. Συνθέτει δεκάδες κύκλους τραγουδιών που βρίσκουν βαθύτατη απήχηση μέσα στον ελληνικό λαό. Ιδρύει την Μικρή Συμφωνική Ορχήστρα Αθηνών και δίνει πολλές συναυλίες σ΄ όλη την Ελλάδα προσπαθώντας να εξοικειώσει τον κόσμο με τα αριστουργήματα της συμφωνικής μουσικής. Το 1963 μετά τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη ιδρύεται η ?Νεολαία Λαμπράκη?, της οποίας εκλέγεται Πρόεδρος. Την ίδια εποχή εκλέγεται Βουλευτής της ΕΔΑ. Την 21η Απριλίου του 1967 περνά στην παρανομία και απευθύνει την πρώτη έκκληση για Αντίσταση κατά της Δικτατορίας στις 23 Απριλίου. Τον Μάιο του 1967 ιδρύει μαζί με άλλους την πρώτη αντιστασιακή οργάνωση κατά της Δικτατορίας, το ΠΑΜ και εκλέγεται πρόεδρός του. Συλλαμβάνεται τον Αύγουστο του 1967. Μπουμπουλίνας, απομόνωση, φυλακές Αβέρωφ, η μεγάλη απεργία πείνας, νοσοκομείο, αποφυλάκιση και κατ΄ οίκον περιορισμός, εκτόπιση με την οικογένεια στη Ζάτουνα Αρκαδίας, στρατόπεδο Ωρωπού. ΄Όλο αυτό το διάστημα συνθέτει συνεχώς. Πολλές από τα καινούρια έργα κατορθώνει με διάφορους τρόπους να τα στέλνει στο εξωτερικό, όπου τραγουδιούνται από τη Μαρία Φαραντούρη και τη Μελίνα Μερκούρη. Στον Ωρωπό η κατάσταση της υγείας του επιδεινώνεται επικίνδυνα. Στο εξωτερικό ξεσηκώνεται θύελλα διαμαρτυριών. Προσωπικότητες, όπως ο Δημήτρης Σοστάκοβιτς, Arthur Miller, Laurence Olivier, Yves Montand κ.λ.π. δημιουργούν επιτροπές για την απελευθέρωσή του. Τελικά υπό την πίεση αυτή αποφυλακίζεται και βρίσκεται στο Παρίσι τον Απρίλιο του 1970. Στο εξωτερικό αφιερώνει όλο το χρόνο του σε περιοδείες σ? όλο τον κόσμο με συναυλίες, συναντήσεις με αρχηγούς κρατών και προσωπικότητες, συνεντεύξεις, δηλώσεις για την πτώση της δικτατορίας και την επαναφορά της Δημοκρατίας στην Ελλάδα. Οι συναυλίες του γίνονται βήμα διαμαρτυρίας και διεκδίκησης και για τους άλλους λαούς που αντιμετωπίζουν παρόμοια προβλήματα: Ισπανούς, Πορτογάλους, Ιρανούς, Κούρδους, Τούρκους, Χιλιανούς, Παλαιστίνιους.  Γιατί πεποίθησή του ήταν πάντα, ότι η δημοκρατία και η ελευθερία είναι απαραίτητες προϋποθέσεις για την εδραίωση της ειρήνης. Γιατί ο πόλεμος αποφεύγεται μόνο από ανθρώπους ελεύθερους, που μπορούν να ρυθμίσουν οι ίδιοι τις τύχες τους. Το 1972 επισκέπτεται το Ισραήλ δίνοντας συναυλίες. Συναντάται με τον τότε Αντιπρόεδρο της Κυβέρνησης Αλόν, που του ζητά να μεταφέρει μήνυμα στον Αραφάτ. Πραγματικά αμέσως μετά συναντάται με τον Αραφάτ, στον οποίο επιδίδει το μήνυμα της Ισραηλινής Κυβέρνησης και προσπαθεί να τον πείσει να αρχίσει συζητήσεις με την άλλη πλευρά. Από τότε συνέβη πολλές φορές να παίξει τον ρόλο του άτυπου πρεσβευτή μεταξύ των δύο πλευρών. Είναι χαρακτηριστικό, ότι το 1994 γιορτάσθηκε πανηγυρικά στο ΄Όσλο η υπογραφή της συμφωνίας μεταξύ Ισραηλινών και Παλαιστινίων παρουσία των Πέρες και Αραφάτ με την παρουσίαση του Μαουτχάουζεν που στο μεταξύ έχει γίνει ?εθνικό τραγούδι? του Ισραήλ και του Ύμνου για την Παλαιστίνη που έγραψε ο Θεοδωράκης, ως αναγνώριση και της δικής του συμβολής στην υπόθεση της ειρήνης στην περιοχή αυτή.  Επισκέπτεται επίσης την Αλγερία, Αίγυπτο, Τύνιδα, Λίβανο και Συρία προσπαθώντας να ενισχύσει τον διάλογο μεταξύ αντιμαχομένων πλευρών. Το 1974 με την πτώση της Δικτατορίας γυρίζει στην Ελλάδα. Συνθέτει πάντα μουσική. Δίνει πολλές συναυλίες τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Παράλληλα συμμετέχει στα κοινά είτε ως απλός πολίτης, είτε ως βουλευτής [1981-86 (παραίτηση) και 1989-92 (παραίτηση)] είτε ως Υπουργός Επικρατείας [1990-92 (παραίτηση)]. Το 1976 ιδρύει το Κίνημα ¨Πολιτισμός της Ειρήνης¨ και δίνει διαλέξεις και συναυλίες σ΄ όλη την Ελλάδα. Το 1983 του απονέμεται το βραβείο Λένιν για την Ειρήνη. Το 1986 γίνεται πραγματικότητα κάτι που από το 1970 ακόμα έχει υποστηρίξει σε συνεντεύξεις του: η δημιουργία επιτροπών ελληνοτουρκικής φιλίας στην Ελλάδα με πρόεδρο τον ίδιο και στην Τουρκία με τη συμμετοχή γνωστών πνευματικών ανθρώπων όπως ο Αζίζ Νεσίν, ο Γιασέρ Κεμάλ και ο Ζουλφύ Λιβανελί. Ο Θεοδωράκης δίνει πολλές συναυλίες στην Τουρκία, που τις παρακολουθούν κυρίως νέοι με συνθήματα υπέρ της φιλίας μεταξύ των δύο λαών. Αργότερα παίζει και πάλι το ρόλο του άτυπου πρεσβευτή ειρήνης, μεταφέροντας μηνύματα των Ελλήνων πρωθυπουργών, του Α. Παπανδρέου και του Κ. Μητσοτάκη προς την τουρκική κυβέρνηση. Επίσης το 1986 (μετά την καταστροφή στο Τσερνομπίλ) πραγματοποιεί μεγάλη περιοδεία με συναυλίες σ΄ όλη την Ευρώπη κατά της ατομικής ενέργειας. Το 1988 διοργανώνονται με δική του πρωτοβουλία δύο συνέδρια για την ειρήνη στο T?bingen και στην Κολωνία. Συμμετέχουν πολιτικοί όπως ο Όσκαρ Λαφονταιν και ο Johannes Rau, φιλόσοφοι όπως ο D?rrenmatt, συγγραφείς, πολιτειολόγοι και καλλιτέχνες. Εκεί έχει την ευκαιρία να αναπτύξει τη θεωρία του για τον ελεύθερο χρόνο και τη σημασία του στη διαμόρφωση ελεύθερων ανθρώπων. Το 1990 δίνει 36 συναυλίες σ΄ ολη την Ευρώπη υπό την αιγίδα της Διεθνούς Αμνηστείας. Συνεχίζει δίνοντας συναυλίες για την ηλιακή ενέργεια (υπό την αιγίδα της Εurosolar), κατά του αναλφαβητισμού, κατά των ναρκωτικών κ.λ.π. Παράλληλα αγωνίζεται και για τα ανθρώπινα δικαιώματα σε άλλες χώρες και κυρίως στις γειτονικές Αλβανία (που την επισκέπτεται και ως Υπουργός για τα δικαιώματα της ελληνικής μειονότητας) και Τουρκία. Ως πρόεδρος Διεθνούς Επιτροπής στο Παρίσι καταβάλλει προσπάθειες για την απελευθέρωση των τούρκων ηγετών της αντιπολίτευσης Κουτλού και Σαργκίν που τελικά επιτυγχάνουν. Προτείνει τη διοργάνωση Πανευρωπαϊκού Συνεδρίου Ειρήνης στους Δελφούς και υποβάλλει στην κυβέρνηση σχέδιο για μια ?Ολυμπιάδα του Πνεύματος?. Ιδρύει επιτροπή συμπαράστασης και βοήθειας προς τον Κουρδικό λαό. Το 1993 αναλαμβάνει Γενικός Διευθυντής Μουσικών Συνόλων της ΕΡΤ, όμως παραιτείται τον επόμενο χρόνο. Σε περιοδεία του στην Αμερική και τον Καναδά το 1994 για την ενίσχυση Πολιτιστικού κέντρου των ομογενών, η Σύγκλητος του Qu?bec υποδέχεται με ομόφωνο ψήφισμά της, με το οποίο τον τιμά για την προσφορά του στον πολιτισμό και τους αγώνες του για τον Ανθρωπο. Τα επόμενα χρόνια παρουσιάζονται οι όπερές του ?Ηλέκτρα? (1995) και ?Αντιγόνη? (1999) ενώ παράλληλα αναπτύσσει μεγάλη δραστηριότητα στο εξωτερικό (Ευρώπη, Νότια Αφρική, Αμερική) και παίρνει δυναμικά θέση σε όλα τα σημαντικά γεγονότα της εποχής (ελληνοτουρκική φιλία, σεισμοί, βομβαρδισμοί στην Γιουγκοσλαβία, υπόθεση Οτσαλάν, πόλεμος στο Αφγανιστάν, πόλεμος στο Ιράκ κ.λπ.). Το 2000 είναι υποψήφιος για το Νόμπελ Ειρήνης. Σύσσωμη η πολιτική και η πνευματική ηγεσία Ελλάδας και Κύπρου στηρίζει την υποψηφιότητα, ενώ στη Νορβηγία, στα γραφεία της Επιτροπής για το Νόμπελ φθάνουν συνεχώς επιστολές από όλα τα μέρη του κόσμου από προσωπικότητες, φορείς και απλούς ανθρώπους. Το 2002 παρουσιάζεται η όπερά του ?Λυσιστράτη?, ένας αληθινός ύμνος στην Ειρήνη. Ο Μίκης Θεοδωράκης έγραψε όλα τα είδη της μουσικής: όπερες, συμφωνική μουσική, μουσική δωματίου, ορατόρια, μπαλέτα, χορωδιακή εκκλησιαστική μουσική, μουσική για αρχαίο δράμα, για θέατρο, για κινηματογράφο, έντεχνο λαϊκό τραγούδι, μετασυμφωνικά έργα. Επίσης έχει γράψει πολλά βιβλία, που έχουν μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες. Κυριότερα έργα του Μίκη Θεοδωράκη

Κύκλοι τραγουδιών:

Τα Παιδικά, Επιτάφιος, Επιφάνια, Πολιτεία Α΄,Β΄,Γ΄και Δ΄, Λιποτάκτες, Μικρές Κυκλάδες, Μαουτχάουζεν, Romancero Gitano, Θαλασσινά Φεγγάρια, Ο Ήλιος και ο Χρόνος, 12 Λαϊκά, Νύχτα Θανάτου, Αρκαδίες, Τα τραγούδια του Αγώνα, Τα τραγούδια του Ανδρέα, 18 Λιανοτράγουδα, Μπαλλάντες, Στην Ανατολή, Τα Λυρικά, Χαιρετισμοί, Επιβάτης, Ραντάρ, Διόνυσος, Φαίδρα, Καρυωτάκης, Τα πρόσωπα του ήλιου, Μνήμη της πέτρας, Ως αρχαίος άνεμος, Μήπως ζούμε σ΄άλλη χώρα;, Μια θάλασσα γεμάτη μουσική, Η Βεατρίκη στην οδό μηδέν, Ασίκικο Πουλάκη, Λυρικώτερα, Λυρικώτατα, Σερενάτες.

Μουσική για θέατρο: Το τραγούδι του νεκρού αδελφού, Ένας Όμηρος, Εχθρός Λαός, Προδομένος Λαός, Καποδίστριας, Χριστόφορος Κολόμβος, Περικλής, Αυτό το δέντρο δεν το λέγανε υπομονή, Το θεριό του Ταύρου, Μάκβεθ.

Μουσική για Αρχαίο Δράμα: Ορέστεια (Αγαμέμνων, Χοηφόροι, Ευμενίδες), Αντιγόνη, Ιππείς, Λυσιστράτη, Προμηθεύς Δεσμώτης, Οιδίπους Τύραννος, Εκάβη, Ικέτιδες, Τρωάδες, Φοίνισσες, Αίας.

Μουσική για κινηματογράφο: Ζορμπάς, Ζ, Σέρπικο, Ιφιγένεια, Ηλέκτρα, Όταν τα ψάρια βγήκαν στη στεριά, Σουτιέσκα (Τίτο), Μπιριμπί, Φαίδρα, Κατάσταση Πολιορκίας, Actas de Marusia. Ορατόρια: ?Αξιον Εστί, Μαργαρίτα, Επιφάνια Αβέρωφ, Κατάσταση Πολιορκίας, Πνευματικό Εμβατήριο, Requiem, Canto General, Θεία Λειτουργία, Λειτουργία για τα παιδιά που σκοτώνονται στον πόλεμο. Συμφωνικά και Μουσική Δωματίου: 1η, 2η, 3η 4η, 7η Συμφωνία, Κατά Σαδδουκαίων, Canto Olympico, Τρίο, Σεξτέτο, Το Πανηγύρι της Αση-Γωνιάς, Ελληνική Αποκριά, Κύκλος, Σονατίνα για πιάνο, Σουίτα αρ. 1, 2 και 3, Σονατίνα αρ. 1 και αρ. 2 για βιολί και πιάνο, Οιδίπους Τύραννος, Κοντσέρτο για πιάνο, Ραψωδία για τσέλο και ορχήστρα, Sinfonietta, Adagio.

Μπαλέτα: Οι Εραστές του Τερουέλ, Αντιγόνη, Ζορμπάς.

Όπερες: Καρυωτάκης (Οι μεταμορφώσεις του Διονύσου), Μήδεια, Ηλέκτρα, Αντιγόνη, Λυσιστράτη.

Δρόμοι παλιοί

https://www.youtube.com/watch?v=l7u-W7c1qLg

Δρόμοι παλιοί που αγάπησα
Και μίσησα ατέλειωτα
Κάτω απ’ τους ίσκιους του σπιτιών να περπατώ
Νύχτες των γυρισμών αναπότρεπες
Κι η πόλη νεκρή

Την ασήμαντη παρουσια μου
Βρίσκω σε κάθε γωνιά
Κάμε να σ’ ανταμώσω κάποτε
Φάσμα χαμένο του πόθου μου κι εγώ,
ξεχασμένος κι ατίθασος να περπατώ
Κρατώντα μια σπίθα τρεμόσβηστη
Στις υγρές μου παλάμες

Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα
Χωρίς να γνωριζω κανένα
Κι ούτε κανένας, κι ούτε κανένας
Με γνώριζε, με γνώριζε

Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα
Χωρίς να γνώριζω κανένα
Κι ούτε κανένας, κι ούτε κανένας
Με γνώριζε, με γνώριζε

Θάνος Μικρούτσικος

Η σχέση του Θάνου Μικρούτσικου με την ποίηση και τη μελοποιήσή της δεν χωράει ασφαλώς συστάσεις. Αποτελεί έναν από τους βασικούς θεμελιωτές του μελοποιημένου λόγου ανήκοντας και αυτός στην κατηγορία των συνθετών που μελοποίησαν μεγάλους ποιητές (Ρίτσος, Αναγνωστάκης, Μπίρμαν, Χικμέτ κ.ά.) αλλά και που γνώρισαν στο πλατύ κοινό ποιητές (βλ. Καββαδίας, Λιοντάκης, Μαστοράκη, Κακουλίδης κ.ά.). Έτσι από το 1975 που πρωτοπαρουσιάστηκε με ολοκληρωμένο έργο, τα «Πολιτικά τραγούδια», μέχρι σήμερα επιλέγει με μεγάλο σεβασμό και προσοχή το λόγο που μελοποιεί. Συνεπώς δεν θα μπορούσε ούτε τα νεώτερα χρόνια να μην μας «απασχολήσει» πολλάκις δισκογραφικά με μελοποιημένη ποίηση. Το 2001, λοιπόν, κυκλοφόρησε με δική του επιμέλεια ο δίσκος «Γιάννης Ρίτσος – Του απείρου εραστής», ο οποίος αν και δεν πρόκειται για αμιγώς μελοποιημένα ποιήματα του Ρίτσου ωστόσο περιλαμβάνει εκτός από τις απαγγελίες του μεγάλου αυτού ποιητή και συνθέσεις του Μικρούτσικου γραμμένες ειδικά για αυτή την έκδοση. Την ίδια χρονιά παρουσιάζει έναν αγαπημένο του ποιητή, τον Γάλλο Φρανσουά Βιγιόν, στο δίσκο «Στον τόπο μου είμαι τέλεια ξένος». Τραγουδά ο Γιάννης Χριστόπουλος και ο ίδιος ο συνθέτης ενώ ποιήματα αυτού του δαιμόνιου ποιητή απαγγέλουν οι: Φοίβος Δεληβοριάς, Νίκος Ζούδιαρης, Χρήστος Θηβαίος, Αλκίνοος Ιωαννίδης, Χάρης Κατσιμίχας, Σωκράτης Μάλαμας, Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, Μίλτος Πασχαλίδης και Ορφέας Περίδης. Το 2002 στο δίσκο του «Ο Άμλετ της Σελήνης» η παρουσία ποιητών είναι κάτι παραπάνω από εμφανής. Αρχής γενομένης από τη διαχρονική επιτυχία, όπως εξελίσσεται, «Ο Άμλετ της Σελήνης» το ποίημα, δηλαδή, του Μάνου Ελευθερίου γραμμένο για τον φίλο του Γιώργο Χειμωνά και πρωτοδημοσιευμένο στο λογοτεχνικό περιοδικό «Οδός πανός» του ποιητή Γιώργου Χρονά. Στο δίσκο βρίσκουμε ακόμα μελοποιήσεις ποιημάτων του Γιώργου Κακουλίδη, της Τζένης Μαστοράκη και του ζωγράφου – ποιητή Κώστα Λαχά. Δυο χρόνια μετά, το 2004, θα κυκλοφορήσει μια ακόμη δουλειά πάνω σε ποίηση του Ρίτσου με τον τίτλο «Ο σχοινοβάτης» όπου το 1ο μέρος περιλαμβάνει την μουσική του εργασία «Κικγκλίδωμα ΙΙ» και τραγουδά η Γεωργία Συλαίου, έργο γραμμένο την περίοδο 1973-2003. To 2007 από τη σειρά Legend Classics θα κυκλοφορήσει ο δίσκος «Έργα για φλάουτο» στον οποίο εμπεριέχεται και η εργασία του Μικρούτσικου πάνω στην ποίηση του Πατρινού ποιητή Γιώργου Κοζία, «Κόσμος χωρίς ταξιδιώτες» σε αφήγηση Δημήτρη Παπανικολάου.

https://www.ogdoo.gr/erevna/thema/melopoiimeni-poiisi-2000-2012-a-meros-af

Οι Εφτά Νάνοι στο S/S Cyrenia

Εφτά. Σε παίρνει αριστερά, μην το ζορίζεις.
Μάτσο χωράνε σε μια κούφιαν απαλάμη.
Θυμίζεις κάμαρες κλειστές, στεριά μυρίζεις.
Ο πιο μικρός αχολογάει μ’ ένα καλάμι.

Γυαλίζει ο Σημ της μηχανής τα δυο ποδάρια.
Ο Ρεκ λαδώνει στην ανάγκη το τιμόνι.
Μ’ ένα φτερό ξορκίζει ο Γκόμπυ τη μαλάρια
κι ο στραβοκάνης ο Χαράμ πίτες ζυμώνει.

Απ’ το ποδόσταμο πηδάνε ως τη γαλέτα.
Μπορώ ποτέ να σου χαλάσω το χατήρι;
Κόρη ξανθή και γαλανή που όλο εμελέτα
ποιος ρήγα γιός θε να την πιει σ’ ένα ποτήρι.

Ραμάν αλλήθωρε, τρελέ, που λύνεις μάγια,
κατάφερε το σταυρωτό του νότου αστέρι
σωρός να πέσει να σκορπίσει στα σπιράγια,
και πες του κάτω από ένα δέντρο να με φέρει.

Ο Τοτ, του λείπει το ένα χέρι μα όλο γνέθει,
τούτο το απίθανο σινάφι να βρακώσει.
Εσθήρ, ποια βιβλική σκορπάς περνώντας μέθη;
Ρούθ, δε μιλάς; Γιατί τρεκλίζουμε οι διακόσιοι;

Κουφός ο Σάλαχ το κατάστρωμα σαρώνει.
Μ’ ένα ξυστρι καθάρισέ με απ’ τη μοράβια.
Μα είναι κάτι πιο βαθύ που με λερώνει.
Γιέ μου πού πας; Μάνα, θα πάω στα καράβια.

Κι έτσι μαζί με τους εφτά κατηφοράμε.
Με τη βροχή, με τον καιρό που μας ορίζει.
Τα μάτια σου ζούνε μια θάλασσα, θυμάμαι…
Ο πιο στερνός μ’έναν αυλό με νανουρίζει.

Κουφός ο Σάλαχ το κατάστρωμα σαρώνει.
Μ’ ένα ξυστρι καθάρισέ με απ’ τη μοράβια.
Μα είναι κάτι πιο βαθύ που με λερώνει.
Γιέ μου πού πας; Μάνα, θα πάω στα καράβια.

Σταύρος Ξαρχάκος

Ο συνθέτης Σταύρος Ξαρχάκος είναι ένας από τους στυλοβάτες της έντεχνης λαϊκής μουσικής, μαζί με τον Μίκη Θεοδωράκη και τον Μάνο Χατζιδάκι. Έγραψε σπουδαία τραγούδια την δεκαετία του ?60, που θεωρούνται πλέον κλασικά στο είδος τους. Στο προσωπικό του μουσικό ύφος, η κριτική αναγνωρίζει κάτι από τον δυναμισμό του Θεοδωράκη και την μελωδικότητα του Χατζιδάκι.

Ο Σταύρος Ξαρχάκος, με καταγωγή από την Μάνη, γεννήθηκε στις 14 Μαρτίου 1939 στην Αθήνα. Σπούδασε στο Ωδείο Αθηνών και συνέχισε τις σπουδές του στο Παρίσι με την Νάντια Μπουλανζέ και στην σχολή Τζούλιαρντ της Νέας Υόρκης. Αν και σκόπευε να ασχοληθεί με την λεγόμενη σοβαρή μουσική, από πολύ νέος έγραψε μουσική και τραγούδια για το θέατρο και τον κινηματογράφο, γνωρίζοντας επιτυχία στις αρχές της δεκαετίας του 60.

Από την μουσική και τα τραγούδια που έγραψε για θεατρικά έργα «Το Πάρτυ» (1961) και «Τα κόκκινα φανάρια» (1961), καθώς και για τις ταινίες «Ταξίδι» (1962) «Κόκκινα φανάρια» (1963), «Τρίτος δρόμος» (1963), «Λόλα» (1964), προέκυψαν οι πρώτες του μεγάλες επιτυχίες: «Άπονη ζωή», «Φτωχολογιά», «Τα δάκρυά μου είναι καυτά», «Όνειρο δεμένο» και «Χάθηκε το φεγγάρι». Επιτυχίες της ίδιας δεκαετίας είναι τα τραγούδια «Σαββατόβραδο στην Καισαριανή»,«Βάλε κι άλλο πιάτο στο τραπέζι» (μουσική για την σπονδυλωτή ταινία «Τετράγωνο», βασισμένη σε διηγήματα του Αντώνη Σαμαράκη), «Τα τρένα που φύγαν», «Τι έχει και κλαίει το παιδί», «Υπομονή», «Μάτια βουρκωμένα», «Άσπρη μέρα», «Στου Όθωνα τα χρόνια», πολλά από τα οποία ξεκίνησαν από το θέατρο και τον κινηματογράφο. Την περίοδο αυτή συνεργάστηκε στενά με τον δημοσιογράφο Λευτέρη Παπαδόπουλο, που έκανε τα πρώτα του βήματα στην στιχουργική,ενώ τραγούδια του ερμήνευσαν ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης και η Βίκυ Μοσχολιού.

Συνέχισε να γράφει μουσική για το θέατρο και τον κινηματογράφο, παραμένοντας ιδιαίτερα ενεργός στην δισκογραφία έως τα τέλη της δεκαετίας του ? 70. Χαρακτηριστικές δουλειές του αυτών των χρόνων οι δίσκοι: «Χρώματα», «6+6», «Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας» σε στίχους Λόρκα, «Διόνυσε καλοκαίρι μας», «Νυν και αεί», και «Συμφωνία της Γιάλτας». Την ίδια περίοδο συνέθεσε την μουσική της θρυλικής παράστασης των Καζάκου/Καρέζη «Το μεγάλο μας τσίρκο» (1973) στα χρόνια της χούντας, μουσική για τα θεατρικά έργα «Πειρασμός», «Κόκκκινα τριαντάφυλλα για μένα» και «Κομέντια», καθώς και για τις ταινίες «Κορίτσια στον ήλιο» (1968) του Βασίλη Γεωργιάδη και «Γυμνοί στο δρόμο» (1969) του Γιάννη Δαλιανίδη. Από την δεκαετία του ?80 και εντεύθεν η παρουσία του στην δισκογραφία είναι αραιή, αλλά περιλαμβάνει μια κορυφαία στιγμή: την μουσική και τα τραγούδια που έγραψε για την ταινία του Κώστα Φέρρη «Ρεμπέτικο» (1983).

Την ίδια περίοδο δοκιμάστηκε και στον στίβο της πολιτικής. Το 1986 εξελέγη δημοτικός σύμβουλος Αθηναίων με την παράταξη του Μιλτιάδη Έβερτ και ανέλαβε αντιδήμαρχος πολιτισμού. Τον Ιούνιο του 1989, πέρασε στην κεντρική πολιτική σκηνή και εξελέγη βουλευτής της Α? Αθηνών με την Νέα Δημοκρατία. Επανεξελέγη στις εκλογές του Νοεμβρίου του ιδίου χρόνου,αλλά αιφνιδιαστικά στις 12 Ιανουαρίου 1990 υπέβαλε την παραίτησή του,επειδή δεν μπορούσε να εξυπηρετήσει συμφέροντα και να υπηρετήσει το δημόσιο αγαθό, όπως είχε, όπως είχε δηλώσει. Στις αρχές του 1995 ανέλαβε την καλλιτεχνική διεύθυνση της νεοσύστατης Κρατικής Ορχήστρας Ελληνικής Μουσικής (KOEM), της μοναδικής ορχήστρας της Ελλάδας με αποκλειστικά ελληνικό ρεπερτόριο από όλο το φάσμα της μουσικής. Το 2000, επανασυνδέθηκε με την πολιτική και την Νέα Δημοκρατία και εξελέγη ευρωβουλευτής. Το 2014 ήταν υποψήφιος και πάλι με την Νέα Δημοκρατία για την Ευρωβουλή, αλλά δεν εξελέγη.

Στην προσωπική του ζωή, ο Σταύρος Ξαρχάκος έχει νυμφευτεί δύο φορές. Την πρώτη φορά με την Καρλότα Ξανθοπούλου, με την οποία απέκτησε μια κόρη, την Πανδώρα Ξαρχάκου. Το 2015, παντρεύτηκε σε δεύτερο γάμο την τραγουδίστρια Ηρώ Σαϊα (γεν. 1979), με την οποία απέκτησε δίδυμα, ένα αγόρι και ένα κορίτσι.

Πηγή: https://www.sansimera.gr/biographies/1975
Το δίχτυ- Ξαρχάκος Γκάτσος

Κάθε φορά που ανοίγεις δρόμο στη ζωή
μην περιμένεις να σε βρει το μεσονύχτι
έχε τα μάτια σου ανοιχτά βράδυ πρωί
γιατί μπροστά σου πάντα απλώνεται ένα δίχτυ
έχε τα μάτια σου ανοιχτά βράδυ πρωί
γιατί μπροστά σου πάντα απλώνεται ένα δίχτυ

Αν κάποτε στα βρόχια του πιαστείς
κανείς δε θα μπορέσει να σε βγάλει
μονάχος βρες την άκρη της κλωστής
κι αν είσαι τυχερός ξεκινά πάλι
μονάχος βρες την άκρη της κλωστής
κι αν είσαι τυχερός ξεκινά πάλι

Αυτό το δίχτυ έχει ονόματα βαριά
που είναι γραμμένα σ? επτασφράγιστο κιτάπι
άλλοι το λεν του κάτω κόσμου πονηριά
κι άλλοι το λεν της πρώτης άνοιξης αγάπη

Αν κάποτε στα βρόχια του πιαστείς
κανείς δε θα μπορέσει να σε βγάλει
μονάχος βρες την άκρη της κλωστής
κι αν είσαι τυχερός ξεκινά πάλι
μονάχος βρες την άκρη της κλωστής
κι αν είσαι τυχερός ξεκινά πάλι

Γιάννης Μαρκόπουλος

Ο Γιάννης Μαρκόπουλος είναι ένας από τους σημαντικότερους έλληνες συνθέτες. Το μουσικό του έργο εκτείνεται από το έντεχνο τραγούδι έως τις συνθέσεις για συμφωνική ορχήστρα και από την κινηματογραφική και θεατρική μουσική έως την όπερα και τα ορατόριο. Με τη μουσική του πρόταση που την ονόμασε «Επιστροφή στις ρίζες» δημιούργησε μία δική του σχολή στο ελληνικό τραγούδι, ενώ τα συμφωνικά του έργα ? όπου συναντώνται ελληνικά παραδοσιακά όργανα, όπως η λύρα και το σαντούρι με εκείνα της συμφωνικής ορχήστρας ? αποτέλεσαν νέα πρόταση για την παγκόσμια μουσική σκηνή. Τραγούδια του, όπως τα «Λόγια και τα χρόνια», «Οχτροί», «Χίλια μύρια κύματα», «Λένγκω (Ελλάδα)», «Γίγαντας», «Κάτω στης μαργαρίτας το αλωνάκι», «Το Καφενείον η Ελλάς», «Ο τόπος μας είναι κλειστός», «Παραπονεμένα Λόγια», «Μιλώ για τα παιδιά μου», αλλά και το παραδοσιακό «Πότε θα κάνει ξαστεριά», έγιναν σύμβολα και μύθοι.

Τα πρώτα χρόνια

Ο Γιάννης Μαρκόπουλος γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης στις 18 Μαρτίου 1939 και μεγάλωσε στην Ιεράπετρα. Ο πατέρας του ήταν δικηγόρος και είχε υπηρετήσει και ως νομάρχης σε διάφορα μέρη της Ελλάδας, ενώ η μητέρα του έπαιζε κιθάρα και τραγουδούσε. Στη Φιλαρμονική της Ιεράπετρας πήρε τα πρώτα μουσικά μαθήματα, μαθαίνοντας κλαρίνο και βιολί. Οι πρώτες του επιδράσεις προέρχονται από την τοπική μουσική με τους γρήγορους χορούς και τα επαναλαμβανόμενα μικρά μοτίβα τους, από την κλασική μουσική, καθώς και από τη μουσική της ευρύτερης ανατολικής Μεσογείου και ιδιαίτερα της κοντινής Αιγύπτου.


Πηγή: https://www.sansimera.gr/biographies/2266

Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος

Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου

Μαλαματένια λόγια στο μαντήλι

τα βρήκα στο σεργιάνι μου προχτές

τ αλφαβητάρι πάνω στο τριφύλλι

σου μάθαινε το αύριο και το χτες

μα εγώ περνούσα τη στερνή την πύλη

με του καιρού δεμένος τις κλωστές

Τ αηδόνια σε χτικιάσανε στην Τροία

που στράγγιξες χαμένα μια γενιά

καλύτερα να σ έλεγαν Μαρία

και να σουν ράφτρα μες στην Κοκκινιά

κι όχι να ζεις μ αυτή την κομπανία

και να μην ξέρεις τ άστρο του φονιά

Γυρίσανε πολλοί σημαδεμένοι

απ του καιρού την άγρια πληρωμή

στο μεσοστράτι τέσσερις ανέμοι

τους πήραν για σεργιάνι μια στιγμή

και βρήκανε τη φλόγα που δεν τρέμει

και το μαράζι δίχως αφορμή

Και σαν τους άλλους χάθηκαν κι εκείνοι

τους βρήκαν να γαβγίζουν στα μισά

κι απ το παλιό μαρτύριο να χει μείνει

ένα σκυλί τη νύχτα που διψά

γυναίκες στη γωνιά μ ασετιλίνη

παραμιλούν στην ακροθαλασσιά

Και στ ανοιχτά του κόσμου τα καμιόνια

θα ξεφορτώνουν στην Καισαριανή

πώς έγινε με τούτο τον αιώνα

και γύρισε καπάκι η ζωή

πώς το φέραν η μοίρα και τα χρόνια

να μην ακούσεις έναν ποιητή

Του κόσμου ποιος το λύνει το κουβάρι

ποιος είναι καπετάνιος στα βουνά

ποιος δίνει την αγάπη και τη χάρη

και στις μυρτιές του Άδη σεργιανά

μαλαματένια λόγια στο χορτάρι

ποιος βρίσκει για την άλλη τη γενιά

Με δέσαν στα στενά και στους κανόνες

και ξημερώνοντας μέρα κακή

τοξότες φάλαγγες και λεγεώνες

με πήραν και με βάλαν σε κλουβί

και στα υπόγεια ζάρια τους αιώνες

παιχνίδι παίζουν οι αργυραμοιβοί

Ζητούσα τα μεγάλα τα κυνήγια

κι όπως δεν ήμουν μάγκας και νταής

περνούσα τα δικά σου δικαστήρια

αφού στον Άδη μέσα θα με βρεις

να με δικάσεις πάλι με μαρτύρια

και σαν κακούργο να με τιμωρείς

 Πηγές από το Διαδίκτυο :

Comments are closed.

Προτεινόμενοι Ιστότοποι

  • Εκπαιδευτική Τηλεόραση
  • Υπουργείο Παιδείας Δια βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων
  • Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας (Σ.Δ.Ε.)
  • Ψηφιακό Σχολείο